Ο ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟ  ΚΑΤΑ ΤΗ ΛΥΣΗ/ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISING

Το τέλος κάθε σύμβασης είναι αυτονόητη συνέπειά της και άλλοτε επέρχεται ομαλά (π.χ. με λήξη του χρόνου ισχύος, με συμφωνία των μερών κλπ) οπότε ομιλούμε για λύση της σύμβασης, άλλοτε δε ανώμαλα (π.χ. με καταγγελία), οπότε ομιλούμε για λήξη της σύμβασης.

INTERNET, ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ FRANCHISING

 

Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας η επίδραση του Internet και του ηλεκτρονικού εμπορίου τόσο στην τακτική των επιχειρήσεων όσο και στη συμπεριφορά του καταναλωτικού κοινού είναι ιδιαίτερα σημαντική.

 

Σε καθημερινή σχεδόν βάση βομβαρδιζόμαστε με άρθρα που δημοσιεύονται στον ειδικό αλλά και στον κοινό τύπο στα οποία συζητείται και αναλύεται η επιχειρηματική χρήση του Internet για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών. Πολλές παραδοσιακές επιχειρήσεις που αρχικά ήταν απρόθυμες στο να υιοθετήσουν τη νέα τεχνολογία σήμερα ανταγωνίζονται η μία την άλλη για το ποια θα εισέλθει πρώτη στον «παράδεισο» του Διαδικτύου. Μία πρόσφατη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις Η.Π.Α έδειξε ότι ο αριθμός των πωλήσεων διαμέσου του Internet αυξάνεται με ρυθμό 300% ανά έτος και πιθανότατα ο τζίρος τους το 2000 θα υπερβεί τα 200 δις δολάρια. Οι επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου και αυτές της παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών απήλαυσαν πρώτες τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας. Σήμερα εισέρχονται πολύ δυναμικά στον στίβο του διαδικτύου και άλλες επιχειρήσεις όπως είναι αυτές της παροχής ψυχαγωγίας, τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και υγείας.

            Οι επιχειρήσεις που δεν επέλεξαν ακόμη το franchising ως μέθοδο επιχειρηματικής ανάπτυξης θα πρέπει, υπό το πρίσμα των νέων ραγδαίων εξελίξεων, να αποφασίσουν κατά πόσο το franchising αποτελεί ένα βιώσιμο σύστημα διανομής με δεδομένη την σημαντικότατη επίδραση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Εδώ το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του franchising συνίσταται στο ότι αποτελεί μία ταχύτερη και λιγότερο κοστοβόρα μέθοδο διείσδυσης στην αγορά καθόσον ουσιαστικά χρησιμοποιούνται τα κεφάλαια και το ανθρώπινο δυναμικό των Ληπτών.

            Οι επιχειρήσεις που ήδη αναπτύσσονται με franchising αντιμετωπίζουν τη σημαντική πρόκληση να επωφεληθούν των πλεονεκτημάτων που παρέχει η διαρκώς εξελισσόμενη αγορά του Internet έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τη συνεχώς αυξανόμενη πίεση των ανταγωνιστών τους χωρίς όμως να επηρεασθεί αρνητικά ο πυρήνας της επιχειρηματικής τους δομής. Η χρήση του Internet προσφέρει τις ακόλουθες τρεις σημαντικές δυνατότητες στους Δότες: α) τη δυνατότητα εξεύρεσης υποψήφιων ληπτών, β) τη δυνατότητα άμεσης και ταχείας επικοινωνίας με τους λήπτες των δικτύων τους και γ) τη δυνατότητα προώθησης των πωλήσεων τους στους καταναλωτές. Στις Η.Π.Α σήμερα ένας μεγάλος αριθμός εταιρειών που αναπτύσσονται με franchising έχουν δημιουργήσει τις δικές τους σελίδες στο Internet με βασικές πληροφορίες αναφορικά με το Σύστημα Franchising που έχουν δημιουργήσει. Ακόμη η επικοινωνία του Δότη με τους Λήπτες του δικτύου του διαμέσου του Internet αποτελεί σήμερα κοινή πρακτική στις Η.Π.Α. Αλλά και οι Λήπτες των δικτύων franchising μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο.

            Οι δύο πρώτες δυνατότητες χρήσης του Internet έχουν γίνει γενικά αποδεκτές από τον κόσμο του franchising. Όσον όμως αφορά την τρίτη δυνατότητα χρήσης, δηλ. την προώθηση στον τελικό χρήστη των προϊόντων ή/και των υπηρεσιών ενός Συστήματος Franchising, αυτή δημιουργεί σημαντικότατα προβλήματα στους Δότες δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη συνήθη ρήτρα των Συμβάσεων Franchising περί απαγόρευσης στους Λήπτες του Δικτύου Franchising της διενέργειας ενεργητικών πωλήσεων εκτός της παραχωρηθείσας σε αυτούς συμβατικής περιοχής, όσο και με την επίσης συνήθη ρήτρα της υποχρεώσεως του Δότη να μην προμηθεύει ο ίδιος προϊόντα ή να παρέχει τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο του franchise μέσα στην ίδια όπως παραπάνω περιοχή.

            Ποια Συστήματα Franchising είναι πιθανό να επηρεασθούν περισσότερο και ποια λιγότερο από τη χρήση του Internet; Οι επιχειρήσεις τουριστικών γραφείων είναι περισσότερο ευάλωτες ενώ οι επιχειρήσεις εστίασης όπως και αυτές των ινστιτούτων αισθητικής θα επηρεασθούν πολύ λιγότερο.                   Πάντως γενικά το Internet δεν πρόκειται να εξαφανίσει το Franchising καθώς οι απευθείας πωλήσεις στους καταναλωτές διαμέσου του ηλεκτρονικού εμπορίου είναι αδύνατο να καλύψουν όλες τις ανάγκες του καταναλωτικού κοινού. Όμως είναι βέβαιο ότι όλο και περισσότερες επιχειρήσεις franchising θα χρησιμοποιούν το Internet για να έλθουν σε επαφή τόσο με τους καταναλωτές όσο και με τους Λήπτες των δικτύων τους αλλά και με τους υποψήφιους λήπτες.

Δημήτρη Στεφ. Κωστάκη, δικηγόρου στον Άρειο Πάγο

Ο θεσμός του franchise (δικαιόχρηση) αποτελεί σήμερα μία από τις πιο ταχύτατα διαδεδομένες και αναπτυσσόμενες μορφές εμπορικής-διεπιχειρησιακής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η εξάπλωσή του οφείλεται στα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει τόσο για το δικαιοπάροχο (franchisor) όσο και το δικαιοδόχο (franchisee). Εχοντας καταξιωθεί και δοκιμαστεί στο εξωτερικό, εμφανίζει μια σταθερή, επιτυχή πορεία και στον ελληνικό εμπορικό χώρο τα τελευταία χρόνια. Για το λόγο αυτό, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις αναπτύσσονται σήμερα αξιοποιώντας το θεσμό του franchise.

Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ FRANCHISING

Η επιβολή της υποχρέωσης αυτής στον λήπτη, δηλαδή ουσιαστικά της υποχρέωσης για τη μη κοινοποίηση σε τρίτους της τεχνογνωσίας του δότη θεωρείται από τον κανονισμό 4087/88 ότι εμπίπτει στο άρθρο 85 παρ. 1 Συνθ. Ε.Ο.Κ. ως απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας του δότη. Μάλιστα είναι δυνατό ο λήπτης να υπέχει αυτή την υποχρέωση και μετά τη λύση της σύμβασης (άρθρο 3,παρ. 2, στοιχ. (α)).Συναφής προς, την υποχρέωση αυτή είναι και η σχετική με τη μη χρησιμοποίηση  της παραχωρηθείσας από τον δότη τεχνογνωσίας για σκοπούς διαφορετικούς από την εκμετάλλευση του franchise ακόμη και μετά τη λύση της σύμβασης (άρθρο 3, παραγρ. 2, στοιχ. (δ)).Όμως οι μετασυμβατικές υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας του λήπτη που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα άρθρα του Κανονισμού ισχύουν υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η τεχνογνωσία του δότη δεν έχει καταστεί στο μεταξύ ευρύτερα γνωστή ή εύκολα προσπελάσιμη, εκτός εάν αυτό έχει συμβεί λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους του λήπτη  (άρθρο 5, στοιχ.(δ)). Ο δικαιολογητικός λόγος της συγκεκριμένης ρύθμισης βρίσκεται στο ότι η συνεχιζόμενη απαγόρευση στον πρώην λήπτη της χρησιμοποίησης της τεχνογνωσίας μετά την περιέλευση της σε κοινή χρήση θα τον έφερνε σε μειονεκτική θέση απέναντι στους ανταγωνιστές του.

Εκτός όμως από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που είναι δυνατό να επιβληθεί στον λήπτη με βάση τον Κανονισμό 4087/88 και αφορά την προστασία της παραχωρηθείσας σε αυτόν τεχνογνωσίας του δότη υπάρχει και  η υποχρέωση εχεμύθειας του λήπτη αναφορικά με την μη αποκάλυψη σε τρίτους των εμπορικών και βιομηχανικών απορρήτων του δότη. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο ορισμό εμπορικό ή βιομηχανικό απόρρητο είναι κάθε γεγονός που σχετίζεται με ορισμένη επιχείρηση γνωστό σε στενά καθορισμένο κύκλο προσώπων υπόχρεων για τήρηση μυστικότητας και του οποίου η διαφύλαξη (μη φανέρωση ) ανταποκρίνεται στη βούληση και τα οικονομικά συμφέροντα του κυρίου της επιχείρησης. Ειδικότερα τα εμπορικά απόρρητα είναι απόρρητα εμπορικής φύσης και οργάνωσης της επιχείρησης όπως π.χ. κατάλογοι πελατών και προμηθευτών, κοστολόγια και υπολογισμοί τιμών, προσφορές για ανάληψη έργων με μειοδοτικούς διαγωνισμούς πριν από την υποβολή τους κ.λ.π., αλλά και γενικότερα οι μέθοδοι μάρκετινγκ, δηλ. το λεγόμενο εμπορικό know-how (τεχνογνωσία) μιας επιχείρησης, ενώ τα βιομηχανικά απόρρητα είναι τεχνικής φύσεως, όπως π.χ. σχέδια και μέθοδοι κατασκευής και σύνθεσης προϊόντων, τεχνικοί τύποι, πρότυπα, σχέδια και υποδείγματα και γενικότερα το know –how (τεχνογνωσία) της επιχείρησης, ακόμη και μία μη δηλωθείσα εφεύρεση. Τα απόρρητα αυτά είναι άϋλα αγαθά που όμως δεν ανάγονται σε αντικείμενο απόλυτου δικαιώματος αφού δεν πρόκειται για οροθετημένα κατά το αντικείμενο αγαθά. Πάντως τα στοιχεία και συστήματα της επιχείρησης που αποτελούν εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα- τέτοια μπορεί να είναι και τα συστήματα της οικονομικής, τεχνικής και λογιστικής οργάνωσης μιας επιχείρησης- δεν είναι απαραίτητο να είναι νέα, δηλ. να μην έχουν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως από άλλη επιχείρηση, αρκεί ότι η εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη επιχείρηση αποτελεί απόρρητο γι` αυτήν που δεν πρέπει να ανακοινωθεί. Από τον παραπάνω λοιπόν προσδιορισμό της έννοιας των εμπορικών και βιομηχανικών απορρήτων γίνεται φανερό ότι σε αυτά συγκαταλέγεται και η τεχνογνωσία του δότη με συνέπεια να προστατεύεται επιπλέον και με βάση τις σχετικές για αυτά διατάξεις.

Τα εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα προστατεύονται στα πλαίσια του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού με βάση κατά κύριο λόγο τις διατάξεις των άρθρων 16-18 του Ν. 146/1914 τα οποία παρέχουν τόσο ποινική όσο και αστική προστασία (αξίωση αποζημίωσης και ενδεχομένως αξίωση για παράλειψη, αν και δεν προβλέπεται). Προστατευόμενο πρόσωπο είναι ο φορέας του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής που ενέχουν κυρίως το στοιχείο της κατάργησης εμπιστοσύνης. Οι σχετικές διατάξεις προϋποθέτουν ενεργό σύμβαση. Ωστόσο προστασία μετά τη λύση της σύμβασης παρέχεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 1 Ν. 146/14. Δράστες της παράνομης ανακοίνωσης απορρήτων μπορούν να είναι είτε υπάλληλοι, εργάτες ή μαθητευόμενοι σε εμπορικό ή βιομηχανικό κατάστημα ή επιχείρηση (άρθρο 16, εδαφ. 1 Ν.146/14) είτε οποιαδήποτε πρόσωπα βρίσκονται σε συναλλακτική σχέση με το φορέα του απορρήτου (άρθρο 17 Ν. 146/14), είτε τέλος εκείνοι που επιχειρούν με σκοπό ανταγωνισμού να εξωθήσουν άλλον σε πράξη (απόπειρα ηθικής αυτουργίας ) που αντίκειται στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων (άρθο 18, εδαφ. 2 Ν. 146/14). Στην πρώτη περίπτωση η έννοια του υπαλλήλου ερμηνεύεται με ευρύτητα και περιλαμβάνει ακόμη και το γενικό διευθυντή όπως και το μέλος του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας. Όμως τα εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα προστατεύονται επιπλέον, εφόσον βέβαια πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις και με βάση τα άρθρα 1 του Ν. 146/14, 281, 914 και 919 του Α.Κ. 252, 371, 390 και 370 Β του Π.Κ. και 22α του ν. 2190/90.

Στο άρθρο της σύμβασης franchising που αφορά την υποχρέωση εμπιστευτικότητας ή εχεμύθειας κρίνεται σκόπιμο να προβλέπεται ότι η υποχρέωση αυτή του λήπτη πρέπει να εκτείνεται και στο χρονικό διάστημα μετά τη λύση της σύμβασης. Ακόμη ότι το προσωπικό του λήπτη, υπό την ευρεία έννοια του άρθρου 16 Ν. 146/14, πρέπει να υπογράφει έγγραφο με βάση το οποίο θα δεσμεύεται έναντι του δότη για τη μη αποκάλυψη των απορρήτων της επιχείρησης του, τόσο κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την επιχείρηση του λήπτη όσο και μετά τη λύση της.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΕΦ. ΚΩΣΤΑΚΗ, Δικηγόρου στον Άρειο Πάγο

Ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα επιτυχημένο δίκτυο franchise είναι το όνομά του (brand name). Το όνομα αυτό είναι, συνήθως, εύηχο, εύκολα αναγνωρίσιμο, καταξιωμένο και με μεγάλη διακριτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να διαφοροποιεί το δίκτυο από άλλα όμοια ή παρόμοια και να σηματοδοτεί την ποιότητα των προϊόντων ή/ και των υπηρεσιών του.

Οδηγίες για τη σύνταξη εγχειριδίου λειτουργίας και ενημερωτικού φακέλου

 

Το Εγχειρίδιο Λειτουργίας παρέχεται από τον Δικαιοπάροχο προς τον Δικαιοδόχο και περιέχει όλη τη φιλοσοφία, εμπειρία και τον τρόπο λειτουργίας του μοντέλου με το οποίο αναπτύσσεται η εταιρεία του Δικαιοπαρόχου. Αποτελεί τον πιο σίγουρο οδηγό πλοήγησης που θα βοηθήσει τον Δικαιοδόχο να λειτουργήσει μία επιτυχημένη επένδυση.

 

 

Η δημιουργία του Εγχειριδίου Λειτουργίας είναι απόλυτα αναγκαία για τη σύσταση του Δικτύου Δικαιόχρησης διότι πρόκειται για το έγγραφο στο οποίο γίνεται λεπτομερής καταγραφή της τεχνογνωσίας του Δικαιοπαρόχου. Η περιγραφή αυτή της τεχνογνωσίας έχει σημασία για τη μεταγενέστερη διαπίστωση της εμπιστευτικότητας και της ουσιαστικότητας της τεχνογνωσίας, όπως επίσης και για το αν ο Δικαιοδόχος, αλλά και ο Δικαιοπάροχος, παραβιάζουν τις υποχρεώσεις ή απαγορεύσεις που περιέχονται σε αυτή. Το Εγχειρίδιο καταγράφει την ήδη υφιστάμενη λειτουργία των υπαρχόντων καταστημάτων με την προσθήκη τροποποιήσεων και βελτιώσεων.

Συνήθως το Εγχειρίδιο Λειτουργίας αποτελείται από τρία (3) βασικά κεφάλαια. Ακολουθεί μία συνοπτική περιγραφή του περιεχομένου του κάθε κεφαλαίου και των επί μέρους ενοτήτων που τα αποτελούν. Η περιγραφή αυτή είναι σε κάθε περίπτωση εντελώς ενδεικτική.

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1)

 

1.         Το Σύστημα Δικαιόχρησης

>     Περιγραφή του Συστήματος.

>     Η πρωτοτυπία του αναφορικά με τα άλλα ομοειδή συστήματα.

>     Οι προϋποθέσεις εγκατάστασης και λειτουργίας του.

>     Η τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητάς του.

>     Οι προϋποθέσεις προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας που περιέχονται σε αυτό.

 

2.         Η Επιχείρηση του Δικαιοπαρόχου

>     Ιστορικά στοιχεία και φιλοσοφία της εταιρείας (γιατί δημιουργήθηκε, τι ανάγκες καλύπτει).

>     Σκοπός.

>     Προϊόντα και υπηρεσίες.

>     Οργανόγραμμα στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα αρμόδια για την επίλυση των προβλημάτων του Δικαιοδόχου πρόσωπα.

 

3.         Η Αγορά

>     Εξέλιξη της αγοράς και των προϊόντων - υπηρεσιών του Συστήματος.

>     Ανταγωνισμός.

>     Οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα ανάλογα με την τοποθεσία του καταστήματος και τις τοπικές καταναλωτικές τάσεις.

 

4.         Το Κατάστημα

>     Εξοπλισμός του Καταστήματος.

- Λεπτομερής περιγραφή.

- Τρόποι και κόστος απόκτησης.

- Προμηθευτές.

- Λειτουργία.

- Διάρκεια ζωής και τρόπος χρήσης του.

>     Δημιουργία του Καταστήματος.

- Πλήρης και αναλυτική περιγραφή των σχετικών προϋποθέσεων και μεθόδων από τη χρονική στιγμή της τελικής επιλογής του σημείου εγκατάστασης μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του.

- Αναφορά στην ποιότητα των εσωτερικών χώρων.

>     Λειτουργία του Καταστήματος.

- Ωράριο λειτουργίας.

- Προσωπικό.

- Ανάγκες σε προσωπικό.

- Κριτήρια επιλογής του (βασικές αρχές)

- Διαδικαστικά (Πρόσληψη, εκπαίδευση, εμφάνιση, διαχείριση και απόλυση προσωπικού

- Τιμολογιακή πολιτική.

- Σχέσεις με τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες (πιθανή συμμετοχή σε ειδικά ασφαλιστικά προγράμματα).

>     Διαχείριση του Καταστήματος.

- Διαχείριση του ταμείου.

- Διαχείριση των υπηρεσιών.

- Κωδικοποίηση των προσφερόμενων προϊόντων – υπηρεσιών.

- Τήρηση λογιστηρίου και μηχανοργάνωση.

 

5.         Οι τεχνικές πωλήσεων που θα επιτρέψουν την αύξηση του τζίρου

>     Προσέγγιση και εξυπηρέτηση πελατών.

>     Εξυπηρέτηση μετά την πώληση.

>     Τρόποι αντιμετώπισης παραπόνων των πελατών.

>     Συνεχής βελτίωση μέσα από ένα σύστημα επιλογής προτάσεων για ανανέωση των παρεχόμενων προϊόντων – υπηρεσιών.

 

6.         Οι υπηρεσίες που παρέχει ο Δικαιοπάροχος

>     Πριν από την έναρξη λειτουργίας του Καταστήματος.

>     Υπηρεσίες για την έναρξη λειτουργίας του Καταστήματος.

>     Υπηρεσίες μετά την έναρξη λειτουργίας του Καταστήματος.

 

7.         Η Ενότητα εκπαίδευσης

>     Σκοπός.

>     Περιεχόμενο.

>     Διάρκεια.

>     Τόπος και τρόπος διεξαγωγής.

 

8.         Η Διαφήμιση

>     Τρόπος διαχείρισης από τον Δικαιοπάροχο των κονδυλίων για την εθνική διαφήμιση.

>     Περιεχόμενο της τοπικής διαφήμισης.

>     Διαφημιστικά μέσα και τρόπος εκτέλεσης.

 

9.         Οι Οικονομικοί Όροι - Η καταβολή Δικαιωμάτων

>     Δικαίωμα Εισόδου (Entry Fee).

>     Διαρκή Δικαιώματα (Royalties).

>     Υπολογισμός.

>     Χρόνος και τρόπος καταβολής.

 

10.       Οι Διαδικασίες Ελέγχου του Δικτύου από το αντίστοιχο τμήμα του Δικαιοπαρόχου.

 

11.       Η ενότητα με όλα τα τυποποιημένα έντυπα που πρέπει να υπάρχουν για εσωτερική χρήση μεταξύ των εταιρειών του Δικαιοπαρόχου και του Δικαιοδόχου για την απρόσκοπτη επικοινωνία και τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών.

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2)

1.         Απεικόνιση των σημάτων και λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων του Δικαιοπαρόχου, χρήση και προστασία τους

2.         Πινακίδες και τρόπος τοποθέτησής τους στο Κατάστημα

3.         Λεπτομερή αρχιτεκτονικά σχέδια της εξωτερικής και εσωτερικής διαμόρφωσης του Καταστήματος

4.         Διακόσμηση προθηκών (εάν υπάρχουν)

5.         Χρωματισμοί και άλλα διακριτικά γνωρίσματα

6.         Επίπλωση

7.         Έντυπο υλικό

8.         Διαφημιστικό υλικό

9.         Υλικό συσκευασίας (εάν υπάρχει)

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΩΝ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3)

 

1.         Πλήρης κατάλογος των προϊόντων και υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της Δικαιόχρησης, ανάλυση των χαρακτηριστικών τους

2.         Κατάλογος προμηθευτών (εάν υπάρχουν)

3.         Τρόποι αγοράς και πώλησης (εάν υπάρχουν)

>     Παραγγελία.

>     Πληρωμή.

>     Παράδοση.

4.         Περιθώρια κέρδους

5.         Προϊοντική πολιτική

>     Τήρηση εκπτωτικής πολιτικής (προσφορών).

>     Τήρηση πιστωτικής πολιτικής.

6.         Ανανέωση και ανάπτυξη νέων προϊόντων - υπηρεσιών

 

Το Εγχειρίδιο αποτελεί ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών του Δικαιοδόχου για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής του, δεδομένου ότι περιέχει σε γραπτή μορφή την ολοκληρωμένη μέθοδο λειτουργίας μίας επιχείρησης Δικαιόχρησης. Στην πράξη ο Δικαιοδόχος θα κάνει χρήση του Εγχειριδίου στο στάδιο της αρχικής του εκπαίδευσης και κατόπιν θα το χρησιμοποιεί ως πρακτικό οδηγό για την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Συνεπώς το Εγχειρίδιο θα πρέπει να είναι εξαντλητικά περιεκτικό και να καλύπτει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις πτυχές της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησης του Δικαιοπαρόχου. Ακόμη θα πρέπει ο Δικαιοπάροχος να το ενημερώνει διαρκώς και αμέσως μόλις επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή ή βελτίωση στο Σύστημα Δικαιόχρησης, έτσι ώστε να αποτελεί συνεχώς ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια του Δικαιοδόχου. Το Εγχειρίδιο Λειτουργίας πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Σύμβασης Δικαιόχρησης και δίδεται στον Δικαιοδόχο μόνο κατά χρήση.

Δεδομένου ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τεχνογνωσίας, η οποία καταχωρείται και περιγράφεται λεπτομερώς στο Εγχειρίδιο Λειτουργίας, είναι η πρωτοτυπία της, το Εγχειρίδιο Λειτουργίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα και να τύχει προστασίας κατά τον Ν. 2121/93 για την Πνευματική Ιδιοκτησία. Επίσης, η τεχνογνωσία του Δικαιοπαρόχου προστατεύεται με βάση τις ρυθμίσεις της Σύμβασης Δικαιόχρησης περί μη ανταγωνισμού και εχεμύθειας και με τον Ν. 146/14 για τον Αθέμιτο Ανταγωνισμό.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

Δικηγόρος, LL.M. HARVARD (Η.Π.Α.)

Μέλος της επιτροπής franchising, της Διεθνούς Ένωσης Δικηγορών και της Ένωσης Αμερικανών Δικηγορών, Μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Franchise της Ελλάδας

Μετά τη υπογραφή και τη θέση σε εφαρμογή μιας σύμβασης δικαιόχρησης, ο επιδιωκόμενος σκοπός εστιάζεται πια στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης με τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια Αυτό σημαίνει, φυσικά, ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση franchise δεν πρέπει να επαναπαύεται μετά την υπογραφή της σύμβασης καθώς κοινός στόχος όλων είναι η εξέλιξη του Συστήματος Δικαιόχρησης και, κατά συνέπεια, η κερδοφορία της επιχείρησης καθενός εκ των μερών.

Δεδομένου ότι, ως συχνότερη διάρκεια στη σύμβαση συναντάται αυτή του ορισμένου χρόνου και μάλιστα συνήθως με απόκλιση από πέντε έως εννέα έτη, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα της τύχης της σύμβασης και της συμφωνίας των μερών όταν πλέον αυτή λήξει χρονικά. Για το λόγο αυτό, σκόπιμη κρίνεται η πρόβλεψη, μέσω ειδικού άρθρου στη σύμβαση, της δυνατότητας (ή μη) ανανέωσης της σύμβασης αλλά και των συγκεκριμένων προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να καταστήσουν εφικτή μια τέτοια ανανέωση.

 

Α. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ

Η συμβατική ελευθερία των μερών καθιστά δυνατή την πρόβλεψη οποιωνδήποτε και οσωνδήποτε προϋποθέσεων για την ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης εφόσον βεβαίως δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου.

Με δεδομένη τη μέση συμφωνηθείσα διάρκεια μιας σύμβασης δικαιόχρησης περίπου πέντε έως εννέα ετών, η ύπαρξη δυνατότητας ανανέωσης θεωρείται σήμερα επιτακτική προκειμένου να εξασφαλίζεται συνέχεια στα πρόσωπα του Συστήματος και χωρίς να διατρέχει κίνδυνος να ‘χαθούν’ τα σημεία των ήδη δεσμευμένων Περιοχών.

Ως προϋποθέσεις δε ανανέωσης της σύμβασης δικαιόχρησης, τις οποίες θέτει ο Δικαιοπάροχος, και με τις οποίες δεσμεύεται να συμφωνεί ο Δικαιοδόχος, μπορούν να ορίζονται οι ακόλουθες:

1. Η μη παράβαση οποιουδήποτε από τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης και οποιασδήποτε τυχόν τροποποίησής της. Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται εύλογη αφού προστατεύει το Δικαιοπάροχο και το Σύστημα Δικαιόχρησης γενικότερα, από τη διατήρηση προσώπων και καταστάσεων στο Δίκτυο που περισσότερο βλάπτουν παρά ωφελούν αυτό ή ακόμη περισσότερο που του έχουν προκαλέσει ή προκαλούν ζημία.

2. Η προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση του Δικαιοπαρόχου από το Δικαιοδόχο η οποία θα περιέχει τη δήλωση βουλήσεως του τελευταίου να συνεχίσει, ήτοι ανανεώσει, τη σύμβαση. Τούτο επίσης κρίνεται εύλογο καθώς λίγο πριν τη λήξη της σύμβασης, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να γνωρίζει εάν θα συνεχίσει στο ίδιο σημείο (εφόσον αυτό είναι εφικτό) με τον ίδιο Δικαιοδόχο ή εάν θα πρέπει να αρχίσει να αναζητά εγκαίρως άλλον υποψήφιο προκειμένου να μην χάσει το σημείο το οποίο ήδη θα έχει αποκτήσει αναγνωρισιμότητα ως σημείο του συγκεκριμένου Δικτύου Δικαιόχρησης.

3. Η έγγραφη απάντηση του Δικαιοπαρόχου στο αίτημα του Δικαιοδόχου για ανανέωση της σύμβασης. Εύλογη κρίνεται η πρόβλεψη προηγούμενης έγγραφης αποδοχής της πρότασης του Δικαιοδόχου από το Δικαιοπάροχο για ανανέωση, καθόσον σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος παραμένει ο εμπνευστής, καθοδηγητής και διαχειριστής του Συστήματος Δικαιόχρησης, ο οποίος και επιλέγει τα πρόσωπα τα οποία εισχωρούν σε αυτό κάθε φορά. Βεβαίως, εφόσον τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έχουν προβλεφθεί, ορθότερο είναι να μη δικαιούται ο Δικαιοπάροχος να αρνείται αυθαίρετα την ανανέωση χωρίς την επίκληση συγκεκριμένου λόγου δεδομένου ότι και ο Δικαιοδόχος έχει επενδύσει χρόνο και χρήμα στην επιχείρηση franchise του Συστήματος Δικαιόχρησης και είναι δίκαιο να επιθυμεί τη διατήρηση της καλής επιχείρησής του γνωστού κύρους και φήμης.

 

Β. ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΟΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Ή ΟΧΙ;

Δεδομένου λοιπόν ότι προβλέπεται δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης και σχετικές προϋποθέσεις για αυτή, οι οποίες έχουν τηρηθεί κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, τίθεται το ερώτημα εάν οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτούν και, εάν ναι, έως ποιο βαθμό.

Η ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης ή μη της σύμβασης δικαιόχρησης μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με αυτήν όπως η διάρκεια, η ανάπτυξη του Συστήματος Δικαιόχρησης, οι ήδη υπάρχοντες οικονομικοί όροι με τους νέους δικαιοδόχους, εξέλιξη του θεσμού του franchising, κ.λπ.

1. Διάρκεια: Σε μια σύμβαση που έχει συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα π.χ. πέντε (ή και λιγότερων ακόμα ετών), ο Δικαιοδόχος κατά τη λήξη της, και πάντα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μόλις που έχει προλάβει να αποσβέσει την επένδυσή του και να ξεκινήσει δυναμικά την πορεία ανάπτυξης της επιχείρησής του συμμορφούμενος με τα οριζόμενα στη σύμβαση δικαιόχρησης και κυρίως με τους  οικονομικούς όρους αυτής. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, αναφορικά με τους οικονομικούς όρους της σύμβασης, ορθότερο και δικαιότερο, εφόσον δεν συντρέχουν ειδικότεροι λόγοι, είναι κατ’ αρχήν να μην επαναπροσδιορίζονται οι αρχικοί οικονομικοί όροι συμβάσεων διάρκειας πέντε ετών ή τυχόν κάτω της πενταετίας αλλά ούτε κατά συνέπεια και κατά τα λοιπά της στοιχεία η σύμβαση..

2. Ανάπτυξη του Συστήματος: στόχος κάθε Δικαιοπαρόχου είναι, μέσα από τη λειτουργία των σημείων του Δικτύου του και την εμπειρία του από αυτά, να αναπτύξει όσο το δυνατό περισσότερο το Σύστημα Δικαιόχρησης. Οποιαδήποτε βελτίωση του Συστήματος (εμπλουτισμός της υπάρχουσας τεχνογνωσίας κλπ) αντιστοιχεί σε υπεραξία αυτού και εύλογο είναι να δικαιούται ο Δικαιοπάροχος να καρπωθεί τα οφέλη μιας επιτυχούς πορείας με περαιτέρω ανάπτυξη. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούται, να επαναδιαπραγματευτεί το σύνολο της σύμβασης, περιλαμβανομένων των οικονομικών όρων της, ώστε η σχέση Δικαιοπαρόχου – Δικαιοδόχου να εξακολουθεί να είναι μια σχέση αμοιβαίου και συμφέροντος ‘δούναι και λαβείν’.

3. Οι προβλεπόμενοι οικονομικοί όροι για τους νέους δικαιοδόχους και οι ήδη υπάρχοντες  στην λήξασα σύμβαση:Σε περίπτωση σύμβασης δικαιόχρησης η οποία έχει συμφωνηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μετά βεβαιότητας έχουν μεταβληθεί και αναπτυχθεί πολλά στοιχεία του Συστήματος, είναι δυνατόν οι οικονομικοί όροι που συμφωνούνται με τους νέους δικαιοδόχους να απέχουν πολύ από αυτούς των παλαιοτέρων δικαιοδόχων. Η ανάγκη διατήρησης ισότητας και ομοιομορφίας μεταξύ των δικαιοδόχων στο Δίκτυο αλλά και η απολαβή δίκαιου ανταλλάγματος από τον Δικαιοπάροχο για την παραχώρηση της τεχνογνωσίας του, καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των όρων της σύμβασης στα νέα δεδομένα, λαμβάνοντας πάντα υπόψιν και το ιστορικό πορείας στο Δίκτυο καθενός από τους δικαιοδόχους.

4. Η εξέλιξη του θεσμού του franchising: Tο franchising είναι γνωστό ότι αποτελεί αρρύθμιστο πεδίο στην Ελληνική επικράτεια μέχρι σήμερα. Η ύπαρξη νομοθετικής ρύθμισης σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συνεχής προσπάθεια των ενασχολούντων με το αντικείμενο για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού κάνουν ολοένα και πιο πιθανή και άμεση τη νομοθετική ρύθμιση και στην Ελλάδα .

Αυτονόητο είναι λοιπόν ότι σε περίπτωση που υπάρξει τελικά στην Ελλάδα ρύθμιση για το franchising, τυχόν όροι σύμβασης που δεν θα συνάδουν πλέον με τα προβλεπόμενα στη ρύθμιση αυτή θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα . Επομένως, μια σύμβαση δικαιόχρησης που θα πλησιάζει στη λήξη της θα χρήζει επαναδιαπραγμάτευσης βάσει των νέων ρυθμίσεων που τυχόν έχουν προβλεφθεί .

Ειδικότερα, αναφορικά με το δικαίωμα εισόδου (EntryFee), η συνήθης πρακτική κλίνει προς τη μη απόδοση εκ νέου Δικαιώματος Εισόδου στην περίπτωση ανανέωσης της σύμβασης καθόσον στη βάση του, το Δικαίωμα Εισόδου αποτελεί το αντάλλαγμα προς το Δικαιοπάροχο για την αρχική παραχωρηθείσα τεχνογνωσία και  είσοδο στο Σύστημα, οπότε εάν δεν συντρέχουν ειδικότεροι λόγοι, δεν κρίνεται σκόπιμη η συμφωνία για εκ νέου απόδοση χρηματικού ποσού με σκοπό την ανανέωση της σύμβασης.

Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της ανανέωσης της σύμβασης franchising είναι εξίσου σημαντικό όσο και η υπογραφή της ίδιας της αρχικής σύμβασης δικαιόχρησης και για το λόγο αυτό θα πρέπει να προβλέπονται αφενός  ρητά τα βήματα και οι προϋποθέσεις προς την ολοκλήρωσή της, αφετέρου θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη στιγμή της επαναδιαπραγμάτευσης, εφόσον αυτή προβλέπεται, με τη συνδρομή νομικών και εξειδικευμένων συμβούλων, προς αποφυγή δημιουργίας ασφυκτικών συμβατικών σχέσεων με βέβαιο τέλος. Από την άλλη, και ο δικαιοδόχος δεν θα πρέπει να διαμαρτύρεται αναιτιολόγητα έναντι τυχόν προβλεπόμενης επαναδιαπραγμάτευσης καθόσον θα πρέπει η σχέση αυτή που επισφραγίζεται με τη σύμβαση franchise θα  πρέπει να είναι αμοιβαία συμφέρουσα και για τα δυο μέρη, και άρα και για το Δικαιοπάροχο, ο οποίος δικαιούται σε κάθε περίπτωση να λαμβάνει δίκαιο αντάλλαγμα για την παραχωρούμενη προς εκμετάλλευση τεχνογνωσία του.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

Δικηγόρος, LL.M. HARVARD (Η.Π.Α.)

Μέλος της επιτροπής franchising, της Διεθνούς Ένωσης Δικηγορών και της Ένωσης Αμερικανών Δικηγορών, Μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Franchise της Ελλάδας

YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δικηγόρος, D.E.S.S. LYON III, FRANCE

Mε την υπ’ αριθ. 6280/2004 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) έκρινε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά Δικαιοδόχου, ο οποίος μετά τη λήξη της σύμβασης δικαιόχρησης, που επήλθε λόγω καταγγελίας της σύμβασης από τον Δικαιοπάροχο, συνέχισε να διατηρεί το σήμα του Δικαιοπαρόχου και να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες όπως και στο παρελθόν, αυξάνοντας μάλιστα τα καταστήματα που μέχρι τότε διατηρούσε από ένα σε δύο !!!!!

Σημαντικές θεωρούμε τις κατωτέρω σκέψεις της απόφασης που παραθέτουμε προς περαιτέρω προβληματισμό:

«Η λύση της συμβάσεως Franchising με καταγγελία εμφανίζει ένα διττό προβληματισμό: Από το ένα μέρος βρίσκεται το άξιο προστασίας δικαίωμα του δότη για επιχειρησιακό αυτοπροσδιορισμό και ελεύθερη επιλογή συνεργατών, είναι δε απολύτως θεμιτή και συνάδει προς την οικονομία της ελεύθερης αγοράς η προσπάθεια του δότη franchising να αυξήσει τα κέρδη του, ακόμα και όταν αυτό επιτυγχάνεται τελικώς εις βάρος του λήπτη (π.χ. όταν η λύση της συμβάσεως αποσκοπεί στη μετέπειτα δραστηριοποίηση του δότη στην περιοχή που δραστηριοποιείτο μέχρι τώρα ο λήπτης, με τη μορφή υποκαταστήματος κλπ). Από το άλλο μέρος ο λήπτης, ο κατά τεκμήριο ασθενέστερος εν σχέσει προς τον δότη, έχει ενδεχομένως προβεί σε επενδύσεις ή άλλες δαπάνες, επιβληθείσες εν πολλοίς από το δότη, τις οποίες πρέπει να αποσβέσει. Έτσι προκειμένου για σύμβαση franchising ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπό του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία franchising ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ’ αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα μέρος. Αλλά και ανυπαίτιοι λόγοι μπορούν να δικαιολογούν δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, εφόσον η συνέχιση της συμβάσεως αντίκειται προφανώς στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του ενός μέρους Σημειώνεται ότι όποιος προβαίνει σε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, πράττει αυτό με δικό του κίνδυνο, γιατί αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν είναι αληθινός ο λόγος ή δεν είναι σοβαρός, η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αλλά αυτή παραμένει ισχυρή και ο καταγγείλας καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης της δικής του παροχής και υπερήμερος δανειστής ως προς την παροχή του ετέρου.

Περαιτέρω η απόφαση, ελέγχοντας τις πράξεις και παραλείψεις του Δικαιοδόχου (παραβάσεις τόσο όσο αφορά την εφαρμογή των κατευθύνσεων του Δικαιοπαρόχου και των προγραμμάτων του όσο και παραβάσεις οικονομικών υποχρεώσεων που προέκυπταν από τη σύμβαση), δέχθηκε ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης. Μάλιστα θεωρήθηκε ότι η εγχείριση στον Δικαιοπάροχο συναλλαγματικής, την οποία περαιτέρω αυτός οπισθογράφησε σε δανειστή του και η οποία μετέπειται σφραγίσθηκε δυσφήμησε τον Δικαιοπάροχο και είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί καίρια η αξιοπιστία του και η φερεγγυότητά του στους εμπορικούς κύκλους).

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διατύπωσε τη σκέψη ότι η δήλωση του Δικαιοδόχου ότι δεν αποδέχεται την καταγγελία, όταν αυτή τελεί υπό προθεσμία, συνιστά επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο και δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων άμεσα. Τούτο διότι η χρήση του σήματος από τον Δικαιοδόχο, παρά την καταγγελία της σύμβασής του, πιθανολογείται βάσιμα ότι θα προκαλέσει σύγχυση του καταναλωτικού κοινού, το οποίο θα θεωρήσει ότι ο Δικαιοδόχος εξακολουθεί να αποτελεί μέλος του δικτύου, αν και τούτο δεν είναι αληθές και, κατά συνέπεια, θα εξακολουθεί να προσέρχεται στο κατάστημά του. Επιπρόσθετα, την αντίληψη αυτή του καταναλωτικού κοινού πιθανολογείται ότι θα ενισχύσει το γεγονός ότι εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το σήμα του Δικαιοπαρόχου σε συνδυασμό με τα ακόλουθα στοιχεία: α) ο Δικαιοδόχος θα εξακολουθεί να παρέχει υπηρεσίες όμοιες με αυτές που μέχρι παρείχε, β) ο Δικαιοδόχος θα εξακολουθεί να στεγάζεται στο ίδιο ακίνητο που στεγαζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της μεταξύ τους σύμβασης, του οποίου η οπτική εικόνα έχει παραμείνει αναλλοίωτη, γ) ο Δικαιοδόχος θα παρέχει τις υπηρεσίες του όχι μόνο στο ίδιο ακίνητο αλλά και στην ίδια γεωγραφική περιοχή, στην οποία έχει γίνει γνωστός  και δραστηριοποιείται επί σειρά ετών.

Η απόφαση, τέλος, α) υποχρέωσε τον Δικαιοδόχο σε παράλειψη της παροχής υπηρεσιών ομοίων με αυτές του Δικαιοπαρόχου, τις οποίες ανέλυσε, τόσο γενικά στη γεωγραφική περιοχή που του είχε παραχωρηθεί, όσο και εντός του ακινήτου που ασκούσε τη δραστηριότητά του για ένα έτος μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της σύμβασης., β) απαγόρευσε στον Δικαιοδόχο να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο τα Εγχειρίδια και βιβλία του δικτύου του Δικαιοπαρόχου και να αναπαράγει, με οποιοδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει το περιεχόμενό τους ή να διαθέτει αυτά ή κάθε είδους αντίγραφό τους σε τρίτους είτε σε έγγραφη είτε σε ηλεκτρονική μορφή και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση όλων των ανωτέρω εντύπων που βρίσκονταν στην κατοχή του Δικαιοδόχου.

Της υπόθεσης επίκειται σημαντική δικαστική συνέχεια, δεδομένου ότι ο Δικαιοδόχος με τις ενέργειές του, που μοιάζουν με σάλτο μορτάλε, έχει καταφέρει σημαντικό πλήγμα στη φήμη του Δικαιοπαρόχου, στην περιοχή του.

Κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα του franchise

 

Η εφαρμογή και ανάπτυξη μιας πρωτότυπης επιχειρηματικής ιδέας με τη μέθοδο του franchise, προϋποθέτει την θέση σε λειτουργία ενός ολόκληρου συστήματος διακριτικών γνωρισμάτων τα οποία συνίστανται συνήθως και κατά κύριο λόγο:

> στην κοινή πινακίδα που αναρτάται στο σημείο πώλησης, η οποία συνήθως αντικατοπτρίζει το σήμα του Δικτύου.

> στο σήμα το οποίο τίθεται πάνω στα διατιθέμενα προϊόντα.

> στην ενιαία οπτική εμφάνιση του σημείου -εξωτερική και εσωτερική- όπως αυτή προσδιορίζεται από κοινά αρχιτεκτονικά σχέδια, διαρρύθμιση, διακόσμηση, κ.λπ.

 

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να έχει στην κυριότητα ή στη νόμιμη χρήση του τα δικαιώματα επί των διακριτικών γνωρισμάτων (επωνυμίας, σήματος, κ.λπ.) του Δικτύου του, τα οποία παραχωρεί προς χρήση στους Δικαιοδόχους του, και αυτό να συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Συνεπώς, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να είναι είτε κύριος/ δικαιούχος του σήματος ή, ελλείψει κυριότητας σε αυτό, να είναι αδειούχος χρήσης του σήματος (licensor).

Σε κάθε περίπτωση, η προστασία του εμπορικού σήματος ανέρχεται στα δέκα χρόνια με δυνατότητα επ’ αόριστον ανανέωσης για άλλα δέκα έτη. Από την άλλη μεριά, μια σύμβαση δικαιόχρησης μπορεί να έχει διάρκεια, συνήθως μικρότερη των δέκα ετών, αλλά ενδεχομένως και μεγαλύτερη από αυτήν. Παράλληλα, η κάθε σύμβαση δικαιόχρησης υπογράφεται σε διαφορετική ημερομηνία έτσι ώστε καθεμιά να λήγει και σε διαφορετική ημερομηνία. Συνεπώς, όπως είναι φυσικό, ο Δικαιοπάροχος συχνά υπογράφει συμβάσεις η λήξη των οποίων είναι μεταγενέστερη αυτής της λήξης της τρέχουσας δεκαετούς προστασίας του σήματός του.

Προκύπτει λοιπόν το θέμα της μη εξασφάλισης των Δικαιοδόχων αναφορικά με το ότι ο Δικαιοπάροχος θα ανανεώσει το δικαίωμά του επί του σήματος είτε τούτο είναι αυτό της κυριότητας είτε της άδειας χρήσης (license). Βεβαίως, εάν ο Δικαιοπάροχος δεν προβεί στην εν λόγω ανανέωση, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ευθύνες που θα ανακύψουν απέναντι στους Δικαιοδόχους του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σκόπιμη κρίνεται η ρητή αναφορά στο κείμενο της σύμβασης της συνεχούς μέριμνας του Δικαιοπαρόχου αναφορικά με τη διατήρηση της προστασίας του σήματός του, της άμεσης ενημέρωσης για τυχόν προσβολές τρίτων και της λήψης μέτρων για την προστασία του.

Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία ο Δικαιοπάροχος είναι νομικό πρόσωπο που εκπροσωπείται νόμιμα από το φυσικό πρόσωπο εκείνο στο οποίο ανήκει η ιδέα του συγκεκριμένου Συστήματος Δικαιόχρησης, είναι πιθανό το φυσικό πρόσωπο να μην έχει παραχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σήματος στο νομικό αυτό πρόσωπο –εσκεμμένα ή μη- έτσι ώστε να δημιουργούνται μη νομότυπες καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας και τη σχετική νομολογία άλλων χωρών, ακόμα και σε ακύρωση της σύμβασης δικαιόχρησης. Βεβαίως, στην Ελλάδα δεν συναντάμε ακόμα τέτοια προσβολή της σύμβασης καθόσον υφίστανται πολλά άλλα θέματα προς ρύθμιση αναφορικά με το franchise, όμως καλό είναι να διερωτόμαστε και να ανησυχούμε αναφορικά με το πού μπορεί να οδηγήσουν παρατυπίες στη σωστή νομική οργάνωση του Δικτύου, όταν πια το franchise θα έχει ενταχθεί σε ένα συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο.

Είναι δε θέμα απόφασης του Δικαιοπαρόχου εάν επιθυμεί να διατηρήσει ως φυσικό πρόσωπο το σήμα – εάν ως τέτοιο το είχε κατοχυρώσει πριν την ανάπτυξη του Δικτύου του – παραχωρώντας άδεια χρήσης στο νομικό πρόσωπο που ενδεχομένως θα συστήσει για την καλύτερη οργάνωση του Δικτύου του, ή εάν θα μεταβιβάσει το σήμα του εξ’ολοκλήρου στο νομικό πρόσωπο αυτό που προτίθεται να συστήσει.

Εξάλλου, το σήμα του Συστήματος, θα πρέπει να έχει κατοχυρωθεί, όχι μόνο στις κλάσεις στις οποίες αντιστοιχούν τα προϊόντα που διατίθενται από το Δίκτυο- όταν αυτό αφορά σε διάθεση προϊόντων- αλλά και στις κλάσεις των υπηρεσιών που αντιστοιχούν στην ‘ιδιότητα’ του Δικαιοπαρόχου, δηλαδή ενδεικτικά στις κλάσεις 35 και 42. Συχνά, συναντάται η περίπτωση επιχείρησης η οποία, πριν ‘χρηστεί’ Δικαιοπάροχος, είχε καταθέσει το σήμα της στις κλάσεις των συγκεκριμένων προϊόντων και/ή υπηρεσιών τα οποία διέθετε, χωρίς να ληφθεί υπόψιν, έστω και εκ των υστέρων, ότι με την ανάπτυξή της με τη μέθοδο του franchise εισέρχεται και σε νέες υπηρεσίες όπως η διοίκηση επιχείρησης, η διαφήμιση κλπ. οι οποίες πρέπει επίσης να προστατευθούν. Τα ανωτέρω συνηγορούν, επομένως, στην ανάγκη διερεύνησης του θέματος και στη συνέχεια επέκτασης της προστασίας του ήδη κατοχυρωμένου σήματος και σε κλάσεις όπως κυρίως η 35 και/ή η 42.

Θεωρείται αυτονόητο ότι ο Δικαιοπάροχος καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του Δικτύου του θα πρέπει να προστατεύει το σήμα του. Οι Δικαιοδόχοι είναι υποχρεωμένοι να βοηθούν τον Δικαιοπάροχο προς εκπλήρωση αυτού του σκοπού και μάλιστα σκόπιμο είναι να προβλέπεται και η συγκεκριμένη υποχρέωση μέσα στη σύμβαση.

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για ένα Δικαιοπάροχο από το να βρεθεί αντιμέτωπος με προσβολές τρίτων στο σήμα του έτσι ώστε να κρίνεται η βιωσιμότητα αυτού ή, ακόμη χειρότερα, η παντελής έλλειψη κατοχύρωσης από τον Δικαιοπάροχο οιουδήποτε σήματος για το Δίκτυο. Για το λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητη, πριν ακόμη οποιαδήποτε υπογραφή σύμβασης με Δικαιοδόχο, η μέριμνα και ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν στο βασικό σήμα του Δικτύου ενώπιον της αρμόδιας Αρχής, η οποία στη χώρα μας είναι το Υπουργείο Ανάπτυξης. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που το σήμα έχει νόμιμα κατοχυρωθεί, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να μεριμνά και παρακολουθεί την πορεία του σήματός του προκειμένου να είναι δυνατό να προλάβει και να αντιδράσει εγκαίρως σε τυχόν προσβολή αυτού.

Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης δικαιόχρησης για οποιοδήποτε λόγο, ο πρώην Δικαιοδόχος υποχρεούται να σταματήσει αμέσως τη χρήση των σημάτων του Δικαιοπαρόχου και των λοιπών διακριτικών του γνωρισμάτων, άλλως κινδυνεύει να εναχθεί από τον Δικαιοπάροχο για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Βεβαίως, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ληφθεί υπόψη ότι δεν είναι εκ των πραγμάτων εφικτή η άμεση, κατά τη λύση ή λήξη μιας σύμβασης δικαιόχρησης, παύση χρήσης των διακριτικών γνωρισμάτων του Δικτύου από το Δικαιοδόχο. Ιδιαίτερο μάλιστα πρόβλημα δημιουργείται με την ύπαρξη αποθεμάτων (stock) προϊόντων με το σήμα του Δικαιοπαρόχου στις αποθήκες του Δικαιοδόχου κατά τη στιγμή της λύσης. Δικαιότερη λύση θεωρείται η χορήγηση από τον Δικαιοπάροχο μιας περιόδου χάριτος στο Δικαιοδόχο, εντός της οποίας θα μπορέσει ο τελευταίος να πωλήσει τα προϊόντα που του έχουν απομείνει, άλλως, η ανάληψη αυτών από τον Δικαιοπάροχο στην αγοραία αξία τους ή σε τίμημα εύλογο και για τα δυο μέρη.

 Για το λόγο αυτό θα πρέπει και ο Δικαιοπάροχος να σταθμίζει το χρόνο που απαιτείται προκειμένου ο Δικαιοδόχος να συμμορφωθεί με αυτή του την υποχρέωση και να  μην προβαίνει κακόπιστα σε ενέργειες κατά του Δικαιοδόχου. Με τον τρόπο αυτό, και ο Δικαιοδόχος αποδεσμεύεται από ένα Σύστημα το οποίο δεν ήταν, όπως αποδείχθηκε, το κατάλληλο για αυτόν, με την ελάχιστη δυνατή ζημία αλλά και ο Δικαιοπάροχος αποφεύγει τις άσκοπες δικαστικές διαμάχες που μετά βεβαιότητας στιγματίζουν το Δίκτυό του δυσχεραίνουν την γρήγορη ανάπτυξή του και βλάπτουν τη φήμη του.

NEED HELP? (x)
MESSAGE