Ο θεσμός του franchise (δικαιόχρηση) αποτελεί σήμερα μία από τις πιο ταχύτατα διαδεδομένες και αναπτυσσόμενες μορφές εμπορικής-διεπιχειρησιακής συνεργασίας στην Ελλάδα. Η εξάπλωσή του οφείλεται στα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει τόσο για το δικαιοπάροχο (franchisor) όσο και το δικαιοδόχο (franchisee). Εχοντας καταξιωθεί και δοκιμαστεί στο εξωτερικό, εμφανίζει μια σταθερή, επιτυχή πορεία και στον ελληνικό εμπορικό χώρο τα τελευταία χρόνια. Για το λόγο αυτό, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις αναπτύσσονται σήμερα αξιοποιώντας το θεσμό του franchise.

Η ανάπτυξη μιας αλυσίδας με την αξιοποίηση του θεσμού του franchise στηρίζεται στις σχέσεις μεταξύ franchisor και franchisee και οικοδομείται με την σύμβαση franchise. Ολο το πλαίσιο της συνεργασίας καθορίζεται στην σύμβαση. Συνήθως η κατάρτιση της σύμβασης γίνεται με πρωτοβουλία του franchisor, ωστόσο και τα δύο μέρη οφείλουν να γνωρίζουν επαρκώς ολόκληρο το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, αφού η σύμβαση καθορίζει τις μετέπειτα σχέσεις τους.

 

Ι. ΕΝΝΟΙΑ FRANCHISE

Το franchise αποτελεί μέθοδο ανάπτυξης που συνίσταται στην συνεργασία αυτόνομων επιχειρήσεων, η οποία πραγματοποιείται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με συγκεκριμένους όρους, με σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως οικονομίες κλίμακος και αποτελεσματικότερο management.

Νομικά, το franchise αποτελεί σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας (γι’ αυτό και συχνά αναφέρεται ως πακέτο franchise), που, σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΟΚ 4087/1988 ο οποίος έχει άμεση ισχύ και στην Ελλάδα, συνίσταται  σε:

  • εμπορικά σήματα, επωνυμίες, διακριτικούς τίλους, σχέδια και υποδείγματα, διακριτικά γνωρίσματα (πινακίδες καταστημάτων) και διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
  • τεχνογνωσία  (know-how), δηλαδή το σύνολο των μη κατοχυρωμένων με ευρεσιτεχνία πρακτικών πληροφοριών, που προκύπτουν από την εμπειρία και από δοκιμές του franchisor και οι οποίες είναι εμπιστευτικές, ουσιαστικής σημασίας και επαρκώς προσδιορισμένες, και στην ουσία αποτελούν το “μυστικό” της επιτυχίας του franchisor.

Η δημιουργία ενός συστήματος franchise προϋποθέτει ότι το παραπάνω σύνολο δικαιωμάτων παραχωρείται από τον franchisor προς χρήση και εκμετάλλευση στον ή στους franchisees, με σκοπό την εξυπηρέτηση των κοινών σκοπών της ανάπτυξης και της επίτευξης κέρδους.

 

ΙΙ. ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ FRANCHISE

Το franchise διακρίνεται ανάλογα με το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας του franchisor σε franchise διανομής εμπορευμάτων, franchise διανομής υπηρεσιών και βιομηχανικό franchise. Ειδικότερα:

 

  • franchise διανομής εμπορευμάτων. Στο franchise διανομής εμπορευμάτων ο franchisor παρέχει το δικαίωμα στον franchisee να πωλεί ορισμένα προϊόντα σε κατάστημα που φέρει τα διακριτικά γνωρίσματα του franchisor και οργανώνεται και λειτουργεί σύμφωνα με τις οδηγίες του.
  • franchise διανομής υπηρεσιών. Στο franchise διανομής υπηρεσιών ο franchisor παρέχει το δικαίωμα στον franchisee (π.χ. υπηρεσίες καθαρισμού, ταχυδρομικές υπηρεσίες κ.λ.π.) να παρέχει υπηρεσίες προς τρίτους επίσης χρησιμοποιώντας τα διακριτικά γνωρίσματα και την τεχνογνωσία του franchisor .
  • βιομηχανικό franchise. Στο βιομηχανικό franchise ο franchisor παρέχει το δικαίωμα στον franchisee να παράγει ή μεταποιεί ορισμένα προϊόντα, σύμφωνα με συγκεκριμένη και ειδική μέθοδο που έχει αναπτύξει και εφαρμόσει ο franchisor.

Στην πράξη, οι μορφές που μπορεί να λάβει το franchise δεν είναι αμιγείς. Συνήθης είναι ο συνδυασμός franchise διανομής προϊόντων και υπηρεσιών. Η διάκριση πάντως είναι σημαντική, δεδομένου ότι έχει επίδραση στο περιεχόμενο της σύμβασης franchisor και franchisee και στον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν.

 

ΙΙΙ. Η ΣΥΜΒΑΣΗ FRANCHISE

 

Α. ΟΡΙΣΜΟΣ

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΟΚ 4087/1988, ως σύμβαση franchise νοείται η σύμβαση με την οποία μία επιχείρηση, ο δικαιοπάροχος (franchisor), παραχωρεί στην άλλη, το δικαιοδόχο (franchisee), έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του πακέτου franchise, όπως αυτό ειδικότερα αναλύθηκε παραπάνω.

Πρόκειται δηλαδή για την αποτύπωση της σύμπτωσης των βουλήσεων των δύο συμβαλλομένων μερών, του franchisor και του franchisee, ότι θα συμβάλλουν ενεργά, ο καθένας από τη δική του πλευρά και με τα δικά του μέσα, για την προώθηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών του δικτύου franchise.

 

Β. ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISE

Η σύμβαση franchise πρέπει να καταρτίζεται γραπτά. Ο έγγραφος τύπος παρουσιάζεται επιβεβλημένος και αναγκαίος:

  • για την ισχύ της σύμβασης. Ολες οι συμβάσεις franchise, δεδομένου ότι μπορεί να περιέχουν ρήτρες περιοριστικές του ελεύθερου ανταγωνισμού ή ρήτρες μεταφοράς τεχνολογίας, αδειών εκμετάλλευσης και ευρεσιτεχνίας, πρέπει να υποβάλλονται στην Υπηρεσία Προστασίας Ανταγωνισμού, που κρίνει την εγκυρότητα των όρων τους. Οροι που περιορίζουν υπερβολικά την ελευθερία του franchisee έχουν κριθεί επανειλημμένως με Γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού αλλά και αποφάσεις των Δικαστηρίων ως ανίσχυροι. Η ακυρότητα αυτή, πέραν των νομικών προβλημάτων που γεννά, ουδόλως είναι επιθυμητή από τα μέρη, τα οποία συνήθως έχουν αποβλέψει στους συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας για την κατάρτισή της, χωρίς τους οποίους η σύμβαση πιθανώς να μην καταρτιζόταν.
  • για τη σταθερότητα και τη σαφήνεια του περιεχομένου της σύμβασης καθώς και την άρση των αμφισβητήσεων που τυχόν θα γεννηθούν. Γραπτά διατυπωμένες συμφωνίες εξασφαλίζουν και κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των μερών, αφού αμφισβητούνται και αλλοιώνονται δυσχερέστερα. Σε κάθε περίπτωση, για την πραγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μερών απαιτείται οι συμβάσεις να μην είναι γενικόλογες και ασαφείς αλλά, κατά το δυνατόν, λεπτομερείς και ακριβείς.
  • για την εξατομίκευση και αποτύπωση των ιδιαιτεροτήτων και αναγκών των εκάστοτε συμβαλλομένων μερών. Κάθε σύμβαση franchise παρουσιάζει διαφορές, ακόμα και αν σε αυτή εμπλέκεται ο ίδιος franchisor. Τούτο oφείλεται τόσο σε αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. γεωγραφική περιοχή, συνθήκες αγοράς, ύπαρξη άλλων franchisees στην ίδια περιοχή), όσο και σε υποκειμενικούς παράγοντες (π.χ. προσωπική ικανότητα και εμπειρία franchisee, περιουσιακή κατάσταση franchisee). Ο εντοπισμός και η καταγραφή όλων ιδιαιτεροτήτων των μερών είναι αποφασιστικής σημασίας για τη λειτουργία κάθε σύμβασης, πρέπει δε να γίνεται με προσοχή και επιμέλεια.  Στην πράξη, οι συμβάσεις franchise είναι τυποποιημένες, γι΄αυτό και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις προσχώρησης, συμβάσεις δηλαδή των οποίων οι όροι επιβάλλονται μονομερώς από τον franchisor στον franchisee. Θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους τους ενδιαφερόμενους για τη σύναψη συμβάσεων franchise ότι είναι απαραίτητος ο καθορισμός των όρων τους μετά από διαπραγματεύσεις που θα λάβουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.

 

Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Η σύμβαση franchise παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που την καθιστούν νομικά ιδιόμορφη σύμβαση. Οι ιδιαιτερότητές της οφείλονται στο αντικείμενό της και εξειδικεύονται σε συγκεκριμένους όρους του περιεχομένου της, των οποίων η πρόβλεψη είναι απαραίτητη για την ικανοποιητική λειτουργία της σύμβασης και την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ειδικότερα η σύμβαση franchise είναι σύμβαση διαρκής, σύμβαση-πλαίσιο και σύμβαση προσωπική και εμπιστευτική. Τα χαρακτηριστικά αυτά οριοθετούν ορισμένες από τις κύριες υποχρεώσεις των μερών. Ειδικότερα:

Σύμβαση διαρκής

Η πραγματοποίηση του στόχου της αποτελεσματικής πρώθησης προϊόντων και υπηρεσιών απαιτεί συνεχή και αμείωτη προσπάθεια και συνεργασία καθόλη τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης και από τα δύο μέρη. Ο franchisor οφείλει να γνωστοποιήσει στον  franchisee την τεχνογνωσία για την οργάνωση του καταστήματός του, να εκπαιδεύσει το προσωπικό του και να τον επικουρεί συνεχώς στην προσπάθειά του και σε κάθε ανάγκη που προκύπτει. Επίσης οφείλει να παρακολουθεί και να προσαρμόζεται στις σύγχρονες τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις και να καθιστά γνωστή την αποκτηθείσα γνώση του στον franchisee. Ο franchisee, από την πλευρά του, οφείλει να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του franchisor για να διαφυλάξει την ταυτότητα και τη φήμη του δικτύου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την ευόδωση των κοινών σκοπών και την καρποφόρηση των προσπαθειών των δύο μερών χρειάζεται ορισμένος χρόνος. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού με την 252/1995 Γνωμοδότησή της έκρινε ότι ο χρόνος αυτός δεν πρέπει να είναι μικρότερος της πενταετίας με δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης. Πάντως, χρόνος διάρκειας της σύμβασης πλέον της δεκαετίας πρέπει να συνοδεύεται και από αντίστοιχη υποχρέωση του franchisor για ανανέωση των δικαιωμάτων που σχετίζονται με το σήμα.

 

Σύμβαση πλαίσιο

Η σύμβαση franchise συνιστά το πλαίσιο που καθορίζει το αντικείμενο του πακέτου franchise καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Πρόκειται για μια σύμβαση – οδηγό, μια σύμβαση-βάση για τις μεταγενέστερες εκτελεστικές συμβάσεις που πρέπει να καταρτισθούν ενόψει της διαρκούς συνεργασίας των μερών, συμβάσεις που αποτελούν εξειδίκευση των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί με τη σύμβαση. Επί παραδείγματι, αν πρόκειται για franchise διανομής προϊόντων, η εκπλήρωση της υποχρέωσης του franchisor να προμηθεύει τον franchisee με προϊόντα, προϋποθέτει τη σύναψη συγκεκριμένης εκτελεστικής σύμβασης. Πρέπει να διευκρινισθεί ότι από τη σύναψη των εκτελεστικών συμβάσεων δημιουργούνται αυτοτελή δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους συμβαλλομένους.

 

Σύμβαση  προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα

Η σύμβαση franchise έχει έντονο προσωπικό χαρακτήρα, αφού για την κατάρτισή της τα μέρη έχουν αποβλέψει ειδικά το ένα στο άλλο, ο franchisor στην προσωπικότητα, ικανότητες, υπευθυνότητα και δραστηριοποίηση του franchisee, ο franchisee στη φήμη, την ευρωστία και την ταυτότητα του δικτύου του franchisor.

Η σύμβαση franchise όμως δεν είναι μόνο προσωπική σύμβαση αλλά και σύμβαση εμπιστευτικού χαρακτήρα. Ο εμπιστευτικός χαρακτήρας είναι απόρροια του προσωπικού χαρακτήρα της σύμβασης και συνεπάγεται για τα μέρη, αλλά κυρίως για τον franchisee, τη λεγόμενη υποχρέωση πίστης. Η υποχρέωση πίστης επιβάλλει στα μέρη να μην προβαίνουν σε πράξεις που μπορεί να βλάψουν τα εκατέρωθεν συμφέροντά τους και ενεργοποιείται κυρίως στο πεδίο των απορρήτων που κοινοποιούνται στα μέρη λόγω της σύνψασης της σύμβασης ή επ΄ευκαιρία αυτής και στο πεδίο του ανταγωνισμού. Υποστηρίζεται ότι από την υποχρέωση πίστης πηγάζουν οι εξής ειδικότερες υποχρεώσεις:

Για τον  franchisor

  • υποχρέωση αποκάλυψης στον franchisee κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όλων των στοιχείων που θα του επιτρέψουν να διαμορφώσει ασφαλή και έγκυρη άποψη για τον τρόπο λειτουργίας και την ευρωστία του δικτύου, την πιθανότητα επιτυχίας με την εισαγωγή του στο δίκτυο, τα απαιτούμενα κεφάλαια για τη δραστηριοποίησή του καθώς και οποιαδήποτε άλλη σημαντική πληροφορία ο franchisse θεωρεί χρήσιμη για τη λήψη της απόφασής του. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμο ο franchisror να συντάσσει ένα Ενημερωτικό Φάκελο που θα διανέμει στους υποψήφιους franchisees, ο οποίο και θα περιέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες.
  • υποχρέωση πλήρης ένταξης του franchisee στο δίκτυο franchise και υποχρέωση συνεχούς υποστήριξής του.
  • εάν πρόκειται για franchise διανομής προϊόντων, υποχρέωση ανάληψης των προϊόντων που δεν πωλήθηκαν από τον franchisee

Για τον franchisee 

  • υποχρέωση μη αποκάλυψης των πληροφοριών (επαγγελματικά απόρρητα) που του γνωστοποιήθηκαν είτε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων είτε μετά την κατάρτιση της σύμβασης σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της επιχείρησης του franchisor.
  • υποχρέωση μη ανταγωνισμού του franchisor.
  • υποχρέωση παροχής όλων των αναγκαίων πληροφοριών στον franchisor για την πορεία της επιχείρησής του franchisee.

 

Δ. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί μία καταγραφή των κυριοτέρων στοιχείων μιας σύμβασης franchise. Σημειώνεται ότι τα κατωτέρω παρατιθέμενα στοιχεία δεν πρέπει να υιοθετούνται άκριτα, χωρίς εμβάθυνση και χωρίς συμπερίληψη των στοιχείων της συγκεκριμένης περίπτωσης, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν εξαρχής καταδικασμένο σε αποτυχία. Κάθε ενδιαφερόμενος για σύναψη σύμβασης franchise πρέπει να λαμβάνει πριν την κατάρτισή της νομικές συμβουλές, που θα του επιτρέψουν να κάνει χρήση της υφιστάμενης νομολογιακής εμπειρίας και να αποφύγει ακυρότητες που θα διακινδυνεύσουν τη θέση του. Σύμφωνα, επομένως και με τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω, η σύμβαση franchise μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Στο προοίμιο πρέπει να αναφέρονται:

  • ο τόπος και ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης.
  • τα συμβαλλόμενα μέρη και οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους.
  • τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης.
  • εξειδίκευση του πακέτου franchise (δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας που παραχωρούνται στον franchisee). Το πακέτο franchise καθώς και τα στοιχεία εκείνα που έχουν προσδώσει στην επιχείρηση του franchisor ιδιαίτερη φήμη και την έχουν καταξιώσει στη συνείδηση του κοινού μπορούν να ενσωματωθούν και σε εγχειρίδιο που να αποτελεί παράρτημα της σύμβασης επισυναπτόμενο σε αυτήν. 
  • ορισμένες βασικές υποχρεώσεις των μερών (π.χ. υποχρέωση πίστης) που θα εξειδικεύονται περισσότερο στο κύριο μέρος της σύμβασης.
  • δυνητικά μπορεί να περιληφθούν στο προοίμιο ορισμοί εννοιών που χρησιμοποιούνται συχνά στη σύμβαση για την αποφυγή ασαφειών και παρερμηνειών (π.χ. τι νοείται τεχνογνωσία, εάν πρόκειται για franchise διανομής προϊόντων)

 

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

α. Υποχρεώσεις του franchisor

  • Να παραχωρήσει στο λήπτη τη χρήση και εκμετάλλευση του πακέτου franchise.
  • Να εντάξει τον franchisee στο σύστημα franchise που έχει αναπτύξει και να του κοινοποιήσει την αναγκαία τεχνογνωσία (π.χ. Εγχειρίδιο Λειτουργίας) για την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τρόπο που θα την ταυτοποιήσει προς την επιχείρηση του franchisor. Ειδικότερα ο franchisor πρέπει να αναλαμβάνει τη  υποχρέωση με τη σύμβαση για την παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών για την εξωτερική και εσωτερική διαμόρφωση του καταστήματος του franchisee, για την υποβοήθησή του στην ανεύρεση κατάλληλου προσωπικού και για την εκπαίδευση του νεοπροσληφθέντος ή του ήδη υπάρχοντος προσωπικού.
  • Να υποστηρίξει το λήπτη καθόλη τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης σχετικά με τη διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία και οργάνωση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.        Η υποστήριξη αυτή μπορεί να περιλαμβάνει συμβουλές σε ζητήματα πάσης φύσεως. Ενδεικτικά αναφέρονται ζητήματα οικονομικά, διοικητικά, οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά και νομικά. Πάντως η υποστήριξη του franchisee συνεπάγεται για τον franchisor την γενικότερη υποχρέωση να μεριμνά για την διατήρηση της καλής φήμης και του ονόματος της επιχείρησής του. 

 

β. Υποχρεώσεις του franchisee

  • Να καταβάλει εφάπαξ ένα ποσό ένταξης στο σύστημα (entry fee). Στην πραγματικότητα, το ποσό αυτό καταβάλλεται ως τίμημα για την παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης του πακέτου franchise.
  • Να καταβάλλει περιοδικά ένα ποσό επί των εισπράξεών του (royalties). Το ποσό αυτό συνήθως καταβάλλεται ως τίμημα για την συνεχή υποστήριξη του franchisor προς τον franchisee.
  • Nα συμβάλλει αποφασιστικά στην ενεργό προώθηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών του συστήματος franchise.
  • Να συμμορφώνεται με τις οργανωτικές αρχές του συστήματος franchise και ειδικότερα να συμμορφώνεται με τις εντολές του franchisor για την προώθηση ενιαίας εικόνας του καταστήματός του με τα λοιπά μέλη του δικτύου. Ενδεικτικά στην υποχρέωση αυτή μπορεί να περιλαμβάνονται ειδικότερες υποχρεώσεις προμήθειας εξοπλισμού, διακόσμησης, βαφής με συγκεκριμένα χρώματα των προσόψεων του καταστήματος και του εσωτερικού αυτού, τοποθέτησης συγκεκριμένων διακοσμητικών stands μέσα στο κατάστημα, αλλαγή διακόσμησης ανάλογα με την εποχή του χρόνου ή μετά από πάροδο ορισμένου χρόνου.
  • Να προμηθεύεται τα προϊόντα που πωλούνται από τον franchisor ή από τους προμηθευτές που αυτός υποδεικνύει, μόνο εφόσον ανταποκρίνονται στις ελάχιστες αντικειμενικά ποιοτικές προδιαγραφές που ορίζει ο franchisor και λόγω της φύσης τους δεν είναι δυνατόν στην πράξη να ισχύουν αντικειμενικές ποιοτικές προδιαγραφές. Σε κάθε περίπτωση, όρος που απαγορεύει στον franchisee να  προμηθεύεται τα προϊόντα του ή τις πρώτες ύλες γι΄ αυτά από άλλους franchisees είναι ανίσχυρος (Aπόφαση Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 161/84 - υπόθεση Pronuptia de Paris GmbH κατά Pronuptia de Paris Irmgard Schillgalis). Επίσης, είναι ανίσχυρος ο όρος που απαγορεύει στον franchisee να προμηθεύεται προϊόντα από προμηθευτές μη ελεγχόμενους από τον franchisor στο μέτρο που γι΄αυτά ισχύουν ποιοτικά αντικειμενικές προδιαγραφές (Γνωμοδότηση Επιτροπής Ανταγωνισμού 50/1986, 51/1997)
  • Να επιτρέπει στον franchisor τη διενέργεια ελέγχου των οικονομικών του στοιχείων.
  • Να μην ανταγωνίζεται τον franchisor.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να ισχύει τόσο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης όσο και μετά τη λύση της. Συνήθως περιλαμβάνεται σε όρο, ο οποίος απαγορεύει στον franchisee να ασκεί την ίδια ή παρεμφερή επιχειρηματική δραστηριότητα με τον franchisor, είτε αυτοτελώς είτε συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις με το αυτό αντικείμενο. Ο όρος αυτός δικαιολογείται και μπορεί να θεωρηθεί ισχυρός, όταν αναφέρεται σε απαγόρευση απόκτησης ιδιαίτερα σημαντικών οικονομικών συμφερόντων σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που μπορούν να επηρεάσουν την πολιτική των ανταγωνιστών του franchisor. Εξάλλου, μετά τη λύση της σύμβασης ο όρος είναι ισχυρός,  εάν  τίθεται για εύλογο χρόνο και δεν περιορίζει υπερβολικά την ελευθερία του franchisee να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στο συγκεκριμένο τομέα. Η εύλογη διάρκεια της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης κρίνεται με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (ίδετε και την Απόφαση 51/1997 Επιτροπής Ανταγωνισμού που έκρινε ότι η εξαετία δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογο χρονικό διάστημα). Πάντως οι ανωτέρω απαγορεύσεις δε μπορούν να επεκταθούν και σε συγγενείς του franchisee, αφενός γιατί αφορούν τρίτα μη συμωβαλλόμενα πρόσωπα, αφετέρου γιατί δεσμεύουν υπερβολικά τον franchisee. 

  • Να μην αποκαλύπτει σε τρίτους την τεχνογνωσία και τα επαγγελματικά απόρρητα του franchisor.
  • Να μην μεταβιβάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση franchise σε τρίτους, χωρίς την έγκριση του franchisor.

 

γ. Λοιποί όροι της σύμβασης

  • Διάρκεια της σύμβασης
  • Προσδιορισμός συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής στην οποία ο franchisee ασκεί τη δραστηριότητά του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η σύμβαση υποχρεώνει τον franchisee να ασκεί τη δραστηριότητά του σε ορισμένο μόνο χώρο (κατάστημα). Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την προαναφερθείσα 161/84 Απόφασή του έκρινε ότι η ρήτρα που υποχρεώνει τον franchisee να πωλεί τα προϊόντα που αναφέρονται στη σύμβαση μόνο στο κατάστημα που αυτή καθορίζει, όρος που ουσιαστικά του απαγορεύει να ανοίξει δεύτερο κατάστημα στην περιοχή, είναι περιοριστικός του ανταγωνισμού. Τούτο διότι “η πραγματική σημασία” της ρήτρας αυτής “καταφαίνεται, αν συσχετισθεί με την υποχρέωση που αναλαμβάνει ο παραχωρητής (ενν. franchisor) έναντι του παραχωρησιούχου (ενν. franchisee)  να εξασφαλίσει σε αυτόν σε ορισμένη περιοχή την αποκλειστικότητα του παραχωρηθέντος διακριτικού γνωρίσματος. Για να τηρήσει την υπόσχεση που δίνει έτσι στον παραχωρησιούχο ο παραχωρητής οφείλει όχι μόνο να αναλάβει την υποχρέωση να μην εγκατασταθεί ο ίδιος στην περιοχή αυτή, αλλά επιπλέον να απαιτήσει από τους άλλους παραχωρησιούχους να δεσμευτούν να μην ανοίξουν άλλο κατάστημα εκτός από αυτό που έχουν. Τέτοιες ρήτρες καταλήγουν σε κάποιο καταμερισμό της αγοράς μεταξύ του παραχωρητή και των παραχωρησιούχων ή μεταξύ των παραχωρησιούχων και περιορίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό του δικτύου”. Τα αυτά έχει υποστηρίξει και η Επιτροπή Ανταγωνισμού (Γνωμοδότηση 50/1986).

  • Καθορισμός ενδεικτικών τιμών πώλησης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών από τον franchisee.
  • Διαφήμιση του franchisee

Ο franchisee έχει το δικαίωμα να διαφημίζεται αυτοτελώς. Ορος που του επιβάλλει να εξασφαλίζει την έγκριση του franchisor για τα αυτοτελή διαφημιστικά του μηνύματα είναι ανίσχυρος, δεδομένου ότι αναιρεί το δικαίωμά του για διαφήμιση, αφού η έγκριση μπορεί να υπερβαίνει τον έλεγχο της φύσης της διαφήμισης, που αποσκοπεί στη θεμιτή διασφάλιση της ποιότητάς της και να καταλαμβάνει ακόμη και το ίδιο το περιεχόμενο της διαφήμισης (Επιτροπή Ανταγωνισμού 51/1997). Διαφορετικά έχει κρίνει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο με την 161/84 Απόφασή του (υπόθεση Pronuptia de Paris GmbH κατά Pronuptia de Paris Irmgard Schillgalis) αποφάνθηκε ότι “δεδομένου ότι η διαφήμιση συμβάλλει στον καθορισμό της εικόνας που έχει το κοινό για το διακριτικό γνώρισμα που συμβολίζει το δίκτυο, η ρήτρα που εξαρτά κάθε διαφήμιση του παραχωρησιούχου (ενν. franchisee) από την έγκριση του παραχωρητή (ενν.  franchisor) είναι επίσης απαραίτητη για τη διαφύλαξη της ταυτότητας του δικτύου, αρκεί να μην αναφέρεται στη φύση της διαφήμισης”.

Επίσης με την 13118/1995 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι “η συνδιαφήμιση (ενν. η υποχρέωση που σε ορισμένες συμβάσεις επιβάλλεται στον franchisee να συνδιαφημίζεται με τον franchisor και να καταβάλλει περιοδικά ποσά για το σκοπό αυτό), με άγνωστο το ύψος της διαφημιστικής συμμετοχής του λιανοπωλητή και όποτε αυτή κρίνεται αναγκαία από τον προμηθευτή, συνιστά παραμορφωτική επέμβαση στο διαφημιστικό ανταγωνισμό. Το ίδιο ισχύει και για την υποχρέωση συμμετοχής στα έξοδα διαφήμισης ως όρος υποχρεωτικός και καθορισμένος κατά ποσό, χωρίς να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη ωφέλεια του καταστήματος. Η υποχρέωση συνδιαφήμισης και συμμετοχής στο διαφημιστικό κόστος καταλήγει στον ευθύ επηρεασμό του διαφημιστικού προϊόντος και της τελικής τιμής αυτού, ανοίγοντας το δρόμο για τη μετακύλιση του διαφημιστικού κόστους στο λιανοπωλητή”.

  • Προϋποθέσεις λύσης της σύμβασης (λήξη του συμφωνημένου χρόνου, λύση με καταγγελία, λύση με κοινή συμφωνία), δικαίωμα ανανέωσης και υποχρεώσεις των μερών για αποζημίωση.
  • Παρεπόμενες υποχρεώσεις των μερών μετά τη λύση της σύμβασης (π.χ. παραλαβής των αποθεμάτων του franchisee).
  • Επίλυση διαφορών-διαιτησία.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η σύμβαση franchise αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την ομαλή και εποικοδομητική συνεργασία franchisor και franchisee. Με δεδομένο ότι ο θεσμός του franchise έχει αρχίσει να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τα πορίσματα της Επιστήμης και της νομολογίας σχετικά με τον τρόπο κατάρτισης και τους όρους που οι συμβάσεις πρέπει να περιέχουν είναι ακόμα σε νηπιακό στάδιο. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι αν και πολλές υποθέσεις που υποκρύπτουν διαφορές σχετιζόμενες με το franchise έχουν αχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης, τα Δικαστήρια αποφεύγουν να χαρακτηρίσουν άμεσα την συμφωνία που συνδέει τα μέρη ως συμφωνία franchise. Η έλλειψη νομολογίας πάντως δεν είναι μόνο ελληνικό χαρακτηριστικό, αφού και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  ελάχιστη εμπειρία διαθέτει σε αυτό τον τομέα. Το γεγονός αυτό πρέπει να αποτελέσει αφετηρία προβληματισμού για κάθε υποψήφιο franchisor και franchisee, αφού αποδεικνύει ότι δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμα πάγιοι κανόνες που επιτρέπουν να προβλεφθεί με ασφάλεια η νομιμότητα μιας σύμβασης franchise.

NEED HELP? (x)
MESSAGE