Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ FRANCHISING

Η επιβολή της υποχρέωσης αυτής στον λήπτη, δηλαδή ουσιαστικά της υποχρέωσης για τη μη κοινοποίηση σε τρίτους της τεχνογνωσίας του δότη θεωρείται από τον κανονισμό 4087/88 ότι εμπίπτει στο άρθρο 85 παρ. 1 Συνθ. Ε.Ο.Κ. ως απαραίτητη για την προστασία των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας του δότη. Μάλιστα είναι δυνατό ο λήπτης να υπέχει αυτή την υποχρέωση και μετά τη λύση της σύμβασης (άρθρο 3,παρ. 2, στοιχ. (α)).Συναφής προς, την υποχρέωση αυτή είναι και η σχετική με τη μη χρησιμοποίηση  της παραχωρηθείσας από τον δότη τεχνογνωσίας για σκοπούς διαφορετικούς από την εκμετάλλευση του franchise ακόμη και μετά τη λύση της σύμβασης (άρθρο 3, παραγρ. 2, στοιχ. (δ)).Όμως οι μετασυμβατικές υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας του λήπτη που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα άρθρα του Κανονισμού ισχύουν υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η τεχνογνωσία του δότη δεν έχει καταστεί στο μεταξύ ευρύτερα γνωστή ή εύκολα προσπελάσιμη, εκτός εάν αυτό έχει συμβεί λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους του λήπτη  (άρθρο 5, στοιχ.(δ)). Ο δικαιολογητικός λόγος της συγκεκριμένης ρύθμισης βρίσκεται στο ότι η συνεχιζόμενη απαγόρευση στον πρώην λήπτη της χρησιμοποίησης της τεχνογνωσίας μετά την περιέλευση της σε κοινή χρήση θα τον έφερνε σε μειονεκτική θέση απέναντι στους ανταγωνιστές του.

Εκτός όμως από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που είναι δυνατό να επιβληθεί στον λήπτη με βάση τον Κανονισμό 4087/88 και αφορά την προστασία της παραχωρηθείσας σε αυτόν τεχνογνωσίας του δότη υπάρχει και  η υποχρέωση εχεμύθειας του λήπτη αναφορικά με την μη αποκάλυψη σε τρίτους των εμπορικών και βιομηχανικών απορρήτων του δότη. Σύμφωνα με τον επικρατέστερο ορισμό εμπορικό ή βιομηχανικό απόρρητο είναι κάθε γεγονός που σχετίζεται με ορισμένη επιχείρηση γνωστό σε στενά καθορισμένο κύκλο προσώπων υπόχρεων για τήρηση μυστικότητας και του οποίου η διαφύλαξη (μη φανέρωση ) ανταποκρίνεται στη βούληση και τα οικονομικά συμφέροντα του κυρίου της επιχείρησης. Ειδικότερα τα εμπορικά απόρρητα είναι απόρρητα εμπορικής φύσης και οργάνωσης της επιχείρησης όπως π.χ. κατάλογοι πελατών και προμηθευτών, κοστολόγια και υπολογισμοί τιμών, προσφορές για ανάληψη έργων με μειοδοτικούς διαγωνισμούς πριν από την υποβολή τους κ.λ.π., αλλά και γενικότερα οι μέθοδοι μάρκετινγκ, δηλ. το λεγόμενο εμπορικό know-how (τεχνογνωσία) μιας επιχείρησης, ενώ τα βιομηχανικά απόρρητα είναι τεχνικής φύσεως, όπως π.χ. σχέδια και μέθοδοι κατασκευής και σύνθεσης προϊόντων, τεχνικοί τύποι, πρότυπα, σχέδια και υποδείγματα και γενικότερα το know –how (τεχνογνωσία) της επιχείρησης, ακόμη και μία μη δηλωθείσα εφεύρεση. Τα απόρρητα αυτά είναι άϋλα αγαθά που όμως δεν ανάγονται σε αντικείμενο απόλυτου δικαιώματος αφού δεν πρόκειται για οροθετημένα κατά το αντικείμενο αγαθά. Πάντως τα στοιχεία και συστήματα της επιχείρησης που αποτελούν εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα- τέτοια μπορεί να είναι και τα συστήματα της οικονομικής, τεχνικής και λογιστικής οργάνωσης μιας επιχείρησης- δεν είναι απαραίτητο να είναι νέα, δηλ. να μην έχουν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως από άλλη επιχείρηση, αρκεί ότι η εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη επιχείρηση αποτελεί απόρρητο γι` αυτήν που δεν πρέπει να ανακοινωθεί. Από τον παραπάνω λοιπόν προσδιορισμό της έννοιας των εμπορικών και βιομηχανικών απορρήτων γίνεται φανερό ότι σε αυτά συγκαταλέγεται και η τεχνογνωσία του δότη με συνέπεια να προστατεύεται επιπλέον και με βάση τις σχετικές για αυτά διατάξεις.

Τα εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα προστατεύονται στα πλαίσια του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού με βάση κατά κύριο λόγο τις διατάξεις των άρθρων 16-18 του Ν. 146/1914 τα οποία παρέχουν τόσο ποινική όσο και αστική προστασία (αξίωση αποζημίωσης και ενδεχομένως αξίωση για παράλειψη, αν και δεν προβλέπεται). Προστατευόμενο πρόσωπο είναι ο φορέας του απορρήτου απέναντι σε πράξεις προσβολής που ενέχουν κυρίως το στοιχείο της κατάργησης εμπιστοσύνης. Οι σχετικές διατάξεις προϋποθέτουν ενεργό σύμβαση. Ωστόσο προστασία μετά τη λύση της σύμβασης παρέχεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 1 Ν. 146/14. Δράστες της παράνομης ανακοίνωσης απορρήτων μπορούν να είναι είτε υπάλληλοι, εργάτες ή μαθητευόμενοι σε εμπορικό ή βιομηχανικό κατάστημα ή επιχείρηση (άρθρο 16, εδαφ. 1 Ν.146/14) είτε οποιαδήποτε πρόσωπα βρίσκονται σε συναλλακτική σχέση με το φορέα του απορρήτου (άρθρο 17 Ν. 146/14), είτε τέλος εκείνοι που επιχειρούν με σκοπό ανταγωνισμού να εξωθήσουν άλλον σε πράξη (απόπειρα ηθικής αυτουργίας ) που αντίκειται στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων (άρθο 18, εδαφ. 2 Ν. 146/14). Στην πρώτη περίπτωση η έννοια του υπαλλήλου ερμηνεύεται με ευρύτητα και περιλαμβάνει ακόμη και το γενικό διευθυντή όπως και το μέλος του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας. Όμως τα εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα προστατεύονται επιπλέον, εφόσον βέβαια πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις και με βάση τα άρθρα 1 του Ν. 146/14, 281, 914 και 919 του Α.Κ. 252, 371, 390 και 370 Β του Π.Κ. και 22α του ν. 2190/90.

Στο άρθρο της σύμβασης franchising που αφορά την υποχρέωση εμπιστευτικότητας ή εχεμύθειας κρίνεται σκόπιμο να προβλέπεται ότι η υποχρέωση αυτή του λήπτη πρέπει να εκτείνεται και στο χρονικό διάστημα μετά τη λύση της σύμβασης. Ακόμη ότι το προσωπικό του λήπτη, υπό την ευρεία έννοια του άρθρου 16 Ν. 146/14, πρέπει να υπογράφει έγγραφο με βάση το οποίο θα δεσμεύεται έναντι του δότη για τη μη αποκάλυψη των απορρήτων της επιχείρησης του, τόσο κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την επιχείρηση του λήπτη όσο και μετά τη λύση της.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΕΦ. ΚΩΣΤΑΚΗ, Δικηγόρου στον Άρειο Πάγο

NEED HELP? (x)
MESSAGE