Μετά τη υπογραφή και τη θέση σε εφαρμογή μιας σύμβασης δικαιόχρησης, ο επιδιωκόμενος σκοπός εστιάζεται πια στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης με τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια Αυτό σημαίνει, φυσικά, ότι κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση franchise δεν πρέπει να επαναπαύεται μετά την υπογραφή της σύμβασης καθώς κοινός στόχος όλων είναι η εξέλιξη του Συστήματος Δικαιόχρησης και, κατά συνέπεια, η κερδοφορία της επιχείρησης καθενός εκ των μερών.

Δεδομένου ότι, ως συχνότερη διάρκεια στη σύμβαση συναντάται αυτή του ορισμένου χρόνου και μάλιστα συνήθως με απόκλιση από πέντε έως εννέα έτη, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα της τύχης της σύμβασης και της συμφωνίας των μερών όταν πλέον αυτή λήξει χρονικά. Για το λόγο αυτό, σκόπιμη κρίνεται η πρόβλεψη, μέσω ειδικού άρθρου στη σύμβαση, της δυνατότητας (ή μη) ανανέωσης της σύμβασης αλλά και των συγκεκριμένων προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να καταστήσουν εφικτή μια τέτοια ανανέωση.

 

Α. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ

Η συμβατική ελευθερία των μερών καθιστά δυνατή την πρόβλεψη οποιωνδήποτε και οσωνδήποτε προϋποθέσεων για την ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης εφόσον βεβαίως δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου.

Με δεδομένη τη μέση συμφωνηθείσα διάρκεια μιας σύμβασης δικαιόχρησης περίπου πέντε έως εννέα ετών, η ύπαρξη δυνατότητας ανανέωσης θεωρείται σήμερα επιτακτική προκειμένου να εξασφαλίζεται συνέχεια στα πρόσωπα του Συστήματος και χωρίς να διατρέχει κίνδυνος να ‘χαθούν’ τα σημεία των ήδη δεσμευμένων Περιοχών.

Ως προϋποθέσεις δε ανανέωσης της σύμβασης δικαιόχρησης, τις οποίες θέτει ο Δικαιοπάροχος, και με τις οποίες δεσμεύεται να συμφωνεί ο Δικαιοδόχος, μπορούν να ορίζονται οι ακόλουθες:

1. Η μη παράβαση οποιουδήποτε από τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης και οποιασδήποτε τυχόν τροποποίησής της. Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται εύλογη αφού προστατεύει το Δικαιοπάροχο και το Σύστημα Δικαιόχρησης γενικότερα, από τη διατήρηση προσώπων και καταστάσεων στο Δίκτυο που περισσότερο βλάπτουν παρά ωφελούν αυτό ή ακόμη περισσότερο που του έχουν προκαλέσει ή προκαλούν ζημία.

2. Η προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση του Δικαιοπαρόχου από το Δικαιοδόχο η οποία θα περιέχει τη δήλωση βουλήσεως του τελευταίου να συνεχίσει, ήτοι ανανεώσει, τη σύμβαση. Τούτο επίσης κρίνεται εύλογο καθώς λίγο πριν τη λήξη της σύμβασης, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να γνωρίζει εάν θα συνεχίσει στο ίδιο σημείο (εφόσον αυτό είναι εφικτό) με τον ίδιο Δικαιοδόχο ή εάν θα πρέπει να αρχίσει να αναζητά εγκαίρως άλλον υποψήφιο προκειμένου να μην χάσει το σημείο το οποίο ήδη θα έχει αποκτήσει αναγνωρισιμότητα ως σημείο του συγκεκριμένου Δικτύου Δικαιόχρησης.

3. Η έγγραφη απάντηση του Δικαιοπαρόχου στο αίτημα του Δικαιοδόχου για ανανέωση της σύμβασης. Εύλογη κρίνεται η πρόβλεψη προηγούμενης έγγραφης αποδοχής της πρότασης του Δικαιοδόχου από το Δικαιοπάροχο για ανανέωση, καθόσον σε κάθε περίπτωση ο τελευταίος παραμένει ο εμπνευστής, καθοδηγητής και διαχειριστής του Συστήματος Δικαιόχρησης, ο οποίος και επιλέγει τα πρόσωπα τα οποία εισχωρούν σε αυτό κάθε φορά. Βεβαίως, εφόσον τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έχουν προβλεφθεί, ορθότερο είναι να μη δικαιούται ο Δικαιοπάροχος να αρνείται αυθαίρετα την ανανέωση χωρίς την επίκληση συγκεκριμένου λόγου δεδομένου ότι και ο Δικαιοδόχος έχει επενδύσει χρόνο και χρήμα στην επιχείρηση franchise του Συστήματος Δικαιόχρησης και είναι δίκαιο να επιθυμεί τη διατήρηση της καλής επιχείρησής του γνωστού κύρους και φήμης.

 

Β. ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΟΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Ή ΟΧΙ;

Δεδομένου λοιπόν ότι προβλέπεται δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης και σχετικές προϋποθέσεις για αυτή, οι οποίες έχουν τηρηθεί κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, τίθεται το ερώτημα εάν οι όροι της σύμβασης θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτούν και, εάν ναι, έως ποιο βαθμό.

Η ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης ή μη της σύμβασης δικαιόχρησης μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με αυτήν όπως η διάρκεια, η ανάπτυξη του Συστήματος Δικαιόχρησης, οι ήδη υπάρχοντες οικονομικοί όροι με τους νέους δικαιοδόχους, εξέλιξη του θεσμού του franchising, κ.λπ.

1. Διάρκεια: Σε μια σύμβαση που έχει συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα π.χ. πέντε (ή και λιγότερων ακόμα ετών), ο Δικαιοδόχος κατά τη λήξη της, και πάντα σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μόλις που έχει προλάβει να αποσβέσει την επένδυσή του και να ξεκινήσει δυναμικά την πορεία ανάπτυξης της επιχείρησής του συμμορφούμενος με τα οριζόμενα στη σύμβαση δικαιόχρησης και κυρίως με τους  οικονομικούς όρους αυτής. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω, αναφορικά με τους οικονομικούς όρους της σύμβασης, ορθότερο και δικαιότερο, εφόσον δεν συντρέχουν ειδικότεροι λόγοι, είναι κατ’ αρχήν να μην επαναπροσδιορίζονται οι αρχικοί οικονομικοί όροι συμβάσεων διάρκειας πέντε ετών ή τυχόν κάτω της πενταετίας αλλά ούτε κατά συνέπεια και κατά τα λοιπά της στοιχεία η σύμβαση..

2. Ανάπτυξη του Συστήματος: στόχος κάθε Δικαιοπαρόχου είναι, μέσα από τη λειτουργία των σημείων του Δικτύου του και την εμπειρία του από αυτά, να αναπτύξει όσο το δυνατό περισσότερο το Σύστημα Δικαιόχρησης. Οποιαδήποτε βελτίωση του Συστήματος (εμπλουτισμός της υπάρχουσας τεχνογνωσίας κλπ) αντιστοιχεί σε υπεραξία αυτού και εύλογο είναι να δικαιούται ο Δικαιοπάροχος να καρπωθεί τα οφέλη μιας επιτυχούς πορείας με περαιτέρω ανάπτυξη. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούται, να επαναδιαπραγματευτεί το σύνολο της σύμβασης, περιλαμβανομένων των οικονομικών όρων της, ώστε η σχέση Δικαιοπαρόχου – Δικαιοδόχου να εξακολουθεί να είναι μια σχέση αμοιβαίου και συμφέροντος ‘δούναι και λαβείν’.

3. Οι προβλεπόμενοι οικονομικοί όροι για τους νέους δικαιοδόχους και οι ήδη υπάρχοντες  στην λήξασα σύμβαση:Σε περίπτωση σύμβασης δικαιόχρησης η οποία έχει συμφωνηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μετά βεβαιότητας έχουν μεταβληθεί και αναπτυχθεί πολλά στοιχεία του Συστήματος, είναι δυνατόν οι οικονομικοί όροι που συμφωνούνται με τους νέους δικαιοδόχους να απέχουν πολύ από αυτούς των παλαιοτέρων δικαιοδόχων. Η ανάγκη διατήρησης ισότητας και ομοιομορφίας μεταξύ των δικαιοδόχων στο Δίκτυο αλλά και η απολαβή δίκαιου ανταλλάγματος από τον Δικαιοπάροχο για την παραχώρηση της τεχνογνωσίας του, καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των όρων της σύμβασης στα νέα δεδομένα, λαμβάνοντας πάντα υπόψιν και το ιστορικό πορείας στο Δίκτυο καθενός από τους δικαιοδόχους.

4. Η εξέλιξη του θεσμού του franchising: Tο franchising είναι γνωστό ότι αποτελεί αρρύθμιστο πεδίο στην Ελληνική επικράτεια μέχρι σήμερα. Η ύπαρξη νομοθετικής ρύθμισης σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συνεχής προσπάθεια των ενασχολούντων με το αντικείμενο για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού κάνουν ολοένα και πιο πιθανή και άμεση τη νομοθετική ρύθμιση και στην Ελλάδα .

Αυτονόητο είναι λοιπόν ότι σε περίπτωση που υπάρξει τελικά στην Ελλάδα ρύθμιση για το franchising, τυχόν όροι σύμβασης που δεν θα συνάδουν πλέον με τα προβλεπόμενα στη ρύθμιση αυτή θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα . Επομένως, μια σύμβαση δικαιόχρησης που θα πλησιάζει στη λήξη της θα χρήζει επαναδιαπραγμάτευσης βάσει των νέων ρυθμίσεων που τυχόν έχουν προβλεφθεί .

Ειδικότερα, αναφορικά με το δικαίωμα εισόδου (EntryFee), η συνήθης πρακτική κλίνει προς τη μη απόδοση εκ νέου Δικαιώματος Εισόδου στην περίπτωση ανανέωσης της σύμβασης καθόσον στη βάση του, το Δικαίωμα Εισόδου αποτελεί το αντάλλαγμα προς το Δικαιοπάροχο για την αρχική παραχωρηθείσα τεχνογνωσία και  είσοδο στο Σύστημα, οπότε εάν δεν συντρέχουν ειδικότεροι λόγοι, δεν κρίνεται σκόπιμη η συμφωνία για εκ νέου απόδοση χρηματικού ποσού με σκοπό την ανανέωση της σύμβασης.

Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της ανανέωσης της σύμβασης franchising είναι εξίσου σημαντικό όσο και η υπογραφή της ίδιας της αρχικής σύμβασης δικαιόχρησης και για το λόγο αυτό θα πρέπει να προβλέπονται αφενός  ρητά τα βήματα και οι προϋποθέσεις προς την ολοκλήρωσή της, αφετέρου θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη στιγμή της επαναδιαπραγμάτευσης, εφόσον αυτή προβλέπεται, με τη συνδρομή νομικών και εξειδικευμένων συμβούλων, προς αποφυγή δημιουργίας ασφυκτικών συμβατικών σχέσεων με βέβαιο τέλος. Από την άλλη, και ο δικαιοδόχος δεν θα πρέπει να διαμαρτύρεται αναιτιολόγητα έναντι τυχόν προβλεπόμενης επαναδιαπραγμάτευσης καθόσον θα πρέπει η σχέση αυτή που επισφραγίζεται με τη σύμβαση franchise θα  πρέπει να είναι αμοιβαία συμφέρουσα και για τα δυο μέρη, και άρα και για το Δικαιοπάροχο, ο οποίος δικαιούται σε κάθε περίπτωση να λαμβάνει δίκαιο αντάλλαγμα για την παραχωρούμενη προς εκμετάλλευση τεχνογνωσία του.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

Δικηγόρος, LL.M. HARVARD (Η.Π.Α.)

Μέλος της επιτροπής franchising, της Διεθνούς Ένωσης Δικηγορών και της Ένωσης Αμερικανών Δικηγορών, Μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Franchise της Ελλάδας

YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δικηγόρος, D.E.S.S. LYON III, FRANCE

NEED HELP? (x)
MESSAGE