Είναι συνήθης σχεδόν σε κάθε συμφωνία δικαιόχρησης, η ρήτρα με την οποία ο Δικαιοπάροχος επιβάλλει στους Δικαιοδόχους του να προμηθεύονται τα προϊόντα του Συστήματος, κατ’ αποκλειστικότητα ή σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, είτε απευθείας από τον ίδιο είτε από υποδεικνυόμενους από αυτόν προμηθευτές.

 

Η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας παρουσιάζει πλεονεκτήματα:

- για το Δικαιοπάροχο: καθώς του επιτρέπει όχι μόνο να πωλεί σε όλο του το Δίκτυο τα προϊόντα που παράγει/ παρασκευάζει ή διανέμει, αλλά επίσης να προστατεύσει την εικόνα του σήματος και του Δικτύου του

- για τον παραγωγό/ προμηθευτή (εάν δεν ταυτίζεται με τον Δικαιοπάροχο): καθώς τον υποχρεώνει στην ουσία  να είναι προσεκτικός στη σχέση μεταξύ ποιότητας και τιμής των προϊόντων, σεβόμενος τις προθεσμίες έγκαιρης παράδοσης, αφού σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύει να μην προτείνεται/ υποδεικνύεται πια από τον Δικαιοπάροχο έτσι ώστε το διαφυγόν κέρδος του να είναι πολλαπλό αφού δεν θα έχει χάσει μόνο το Δικαιοπάροχο αλλά και όλους τους Δικαιοδόχους του.

- για το Δικαιοδόχο: καθώς ο τελευταίος είναι σίγουρος ότι θα εφοδιάζεται συστηματικά, και συχνά σε καλύτερες τιμές, προιόντα τα οποία θα μπορεί να διαθέσει από το κατάστημά του

- για τον καταναλωτή/ πελάτη: καθώς ο τελευταίος βρίσκει σε όλα τα καταστήματα των Δικαιοδόχων του τα ίδια προϊόντα της ίδιας ποιότητας. Για τον τελευταίο, το γεγονός αυτό αποτελεί εγγύηση.

 

Βεβαίως, η ρήτρα της αποκλειστικής προμήθειας δύναται να προσκρούει στις διατάξεις περί ελεύθερου ανταγωνισμού ως εξής:

-αναφορικά με τους ‘μη υποδεικνυόμενους’ προμηθευτές: αφού δύναται να τους αποκλείει από τη δυνατότητα να εφοδιάσουν τους Δικαιοδόχους

-αναφορικά με τον Δικαιοδόχο: δεδομένου ότι υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα να βρει άλλους προμηθευτές παρεμφερών ή ανάλογων προιόντων, του περιορίζει ωστόσο την ελευθερία του να εφοδιαστεί από όπου επιθυμεί, έτσι ώστε αν και πρόκειται για ανεξάρτητο επιχειρηματία, στην ουσία να βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής εξάρτησης έναντι του Δικαιοπαρόχου του.

 

Η νομιμότητα της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας στο Κοινοτικό Δίκαιο

Η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας δύναται να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρο 81-1 της ΣυνθΕΚ. Βεβαίως, ο Κανονισμος της 22.12.1999 δεν αναφέρει ρητά τη ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας.

 

Ωστόσο, συναντάται εμμέσως στον ορισμό, όπως αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 1β του Κανονισμού, της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού:

- κάθε υποχρέωση άμεση ή έμμεση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες που είναι ανταγωνιστικά προς τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αναφέρονται στη σύμβαση, ή οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υποχρέωση του αγοραστή να αγοράζει από τον προμηθευτή ή από άλλη επιχείρηση την οποία υπέδειξε ο προμηθευτής πάνω από το 80% των συνολικών προμηθειών του σε αγαθά ή υπηρεσίες που αναφέρονται στη σύμβαση και των υποκατάστατών τους στη σχετική αγορά, του ποσοστού αυτού υπολογιζόμενου με βάση την αξία των προμηθειών του αγοραστή κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5α του Κανονισμού, η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας δεν μπορεί να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών ή αόριστη διάρκεια.

 

Σε κάθε περίπτωση δε, σύμφωνα πάντα με τον εν λόγω Κανονισμό:

- η εξαίρεση εφαρμόζεται όταν το μερίδιο της αγοράς του Δικαιοπαρόχου ή του προμηθευτή που ο τελευταίος έχει υποδείξει δεν ξεπερνά το 30%

- μια υποχρέωση μη ανταγωνισμού που σχετίζεται με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που έχουν αγοραστεί από το Δικαιοδόχο δεν επιφέρει την απαγόρευση του άρθρου 81 παρ.1, όταν αυτή είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινής ταυτότητας και της φήμης του δικτύου δικαιόχρησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η διάρκεια της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού δεν αποτελεί σημαντικό στοιχείο υπό το πρίσμα άρθρου 81 παρ. 1 στο μέτρο που δεν ξεπερνά εκείνη της ίδιας της σύμβασης franchise.

 

Συνεπώς, φαίνεται πως στο Κοινοτικό Δίκαιο η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας μπορεί να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών υπό τον όρο ότι αυτή είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινής ταυτότητας και της φήμης του Δικτύου.

 

Σε επίπεδο Δικαστηρίων, το ΔΕΚ απεφάνθη για πρώτη φορά το 1986, στην γνωστή υπόθεση Pronuptia ως προς τη νομιμότητα των συμβάσεων franchise και ιδιαίτερα τη νομιμοτητα της ρήτρας αποκλειστικής προμήθειας.

Η ρήτρα της σύμβασης προέβλεπε ότι ο Δικαιοδόχος είχε υποχρέωση να αγοράζει από το Δικαιοπάροχο το 80% των νυφικών φορεμάτων και αξεσουάρ καθώς επίσης και ένα τμημα-το οποίο καθόριζε ο Δικαιοπάροχος- ενδυμάτων δεξίωσης και κοκτέιλ και να μην προμηθεύεται τα υπόλοιπα παρά μονο από προμηθευτές εγκεκριμένους από το Δικαιοπάροχο.

Το ΔΕΚ δέχτηκε τη ρήτρα κρίνοντας ότι ‘ο Δικαιοπάροχος πρέπει να μπορεί να λάβει μέτρα για τη διατήρηση της ταυτότητας και της φημης του Δικτύου του.’

 

Η Επιτροπή Ευρωπαικών Κοινοτήτων επίσης θεώρησε σε απόφαση σχετική με το franchise Yves Rocher ότι ‘η υποχρέωση του Δικαιοδόχου να μην πωλεί παρά μόνο προιόντα που φέρουν το σήμα  Yves Rocher, με την επιφύλαξη των συμπληρωματικών προιόντων που θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί από το Δικαιοπαροχο, απορρέει από την ίδια τη φόρμουλα διανομής Yves Rocher που επιτρέπει στους ανεξάρτητους εμπόρους να πωλούν την πλήρη γκάμα των προιόντων Yves Rocher χρησιμοποιώντας ένα διακριτικό γνώρισμα, ένα σήμα καθώς και εμπορικές μεθόδους οι οποίες απεδείχθησαν αποτελεσματικές’ νομιμοποιώντας συνεπώς έτσι τη ρήτρα.

 

Στην υπόθεση Computerland, η Επιτροπή έκρινε ότι’ δεδομένης της ευρείας γκάμας των προσφερόμενων προιόντων και της πολύ γρήγορης τεχνολογικής ανάπτυξης σε αυτή την αγορά, θα ήταν αδύνατο να υπάρξει εγγύηση ως προς τον αναγκαίο έλεγχο της ποιότητας προσδιορίζοντας κριτήρια αντικειμενικά ποιότητας τα οποία και οι ίδιοι οι δικαιοδόχοι δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν..’

 

Συμπερασματικά, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία του Δικαιοδόχου και η ελευθερία του ανταγωνισμού, ιδιαίτερα μεταξύ προμηθευτών, η ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας θα πρέπει να είναι αναγκαία και να αποσκοπεί στην εφαρμογή από το Δικαιοδόχο της τεχνογνωσίας του Δικαιοπαρόχου και στην προστασία και διατήρηση της κοινής ταυτότητας, εικονας και σήματος καθώς και της φήμης του Δικτύου.

Τέλος, η πληρέστερη αποτύπωση της υποχρέωσης αποκλειστικής προμήθειας σε μια σύμβαση franchise επέρχεται όταν σε αυτή αναφέρονται αναλυτικά τα προιόντα τα οποία υπόκεινται στην ανωτέρω υποχρέωση και επίσης δικαιολογείται επαρκώς η ύπαρξη της ρήτρας αυτής στο κείμενο της σύμβασης. Βεβαίως, και ο Δικαιοπάροχος, με τακτικούς ελέγχους θα πρέπει να φροντίζει να μεριμνά για την υποσχεθείσα ποιότητα των προιόντων και υπηρεσιών και να αντικαθιστά ενδεχομένως προμηθευτές με άλλους εφόσον υπάρξει τέτοια ανάγκη.

Ένα πάντως είναι σίγουρο: στο franchise, η εικόνα και η ταυτότητα κατέχουν το σημαντικότερο ρόλο  και για το λόγο αυτό, η ανάγκη προστασίας και διαφύλαξής τους από το Δικαιοπάροχο είναι καθόλα νόμιμη και κατοχυρωμένη, όχι μόνο προς το συμφέρον της επιχείρησης του τελευταίου αλλά  και προς το συμφέρον όλων των επιμέρους δικαιοδόχων, καθώς δίχως αυτή το Δίκτυο Franchise χάνει την οντότητά του και καταρρέει χωρίς δυνατότητα επιστροφής.

 

 

- ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

LL.M. HARVARD, Η.Π.Α.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ (FRANCHISING) ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ FRANCHISING ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ  ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ FRANCHISE ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

- YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-D.E.S.S. LYON III, FRANCE

NEED HELP? (x)