Η επέλευση της λήξης ή λύσης της Σύμβασης Franchise επιφέρει μια σειρά αποτελεσμάτων από τα οποία, ανάλογα με τη φύση τους, άλλα επέρχονται σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως των ειδικότερων συνθηκών, και άλλα εξαρτώνται από το λόγο διακοπής της συνεργασίας, τις συμφωνηθείσες ρήτρες που περιέχονται στη σύμβαση, τις αρχές της καλής πίστης κ.λπ.

Είναι γεγονός ότι οι συνέπειες της λύσης μιας σύμβασης franchise αφορούν κυρίως στο Δικαιοδόχο καθώς αυτός είναι που υποχρεώνεται με τη λύση της συνεργασίας να αλλάξει το σύνολο της επιχείρησής του και να το προσαρμόσει στα νέα δεδομένα.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ

Συγκεκριμένα, ως προς το Δικαιοπάροχο, με εξαίρεση την περίπτωση που η σύμβαση λύεται λόγω υπαιτιότητας του τελευταίου, και με δεδομένη την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού, ο Δικαιοπάροχος δύναται με τη λύση κάποιας σύμβασης franchise με δικαιοδόχο του, είτε ο ίδιος είτε μέσω τρίτου δικαιοδόχου του, να εγκαταστήσει και λειτουργήσει μια νέα μονάδα δικαιόχρησης του Συστήματός του στην ίδια περιοχή με αυτή του πρώην δικαιοδόχου του, συνεχίζοντας όπως πριν, την ομαλή πορεία του Δικτύου του.

Φυσικά, στην πραγματικότητα, ακόμα και για το Δικαιοπάροχο, η καθυστέρηση οριστικής δικαστικής επίλυσης των τυχόν αντιδικιών με το Δικαιοδόχο του, δύναται να έχει δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο και το Δίκτυό του, παρεμποδίζοντάς τον να βρει και εγκαταστήσει νέο δικαιοδόχο στην περιοχή του απερχόμενου πρώην συνεργάτη του και προξενώντας, ενδεχομένως βλάβη, στη φήμη και ταυτότητα του Συστήματος. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η περίπτωση είναι σπανιότερη αφού η πραγματικότητα του franchise μας έχει αποδείξει ότι, άμα τη λύση μιας συνεργασίας, ο Δικαιοπάροχος-εφόσον ενδιαφέρεται για την εξέλιξη του Συστήματός του- προχωρεί άμεσα σε περαιτέρω επενδύσεις καλύπτοντας αμέσως κάθε περιοχή που εκκενώνεται.

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟ

Αντίθετα, η λύση της σύμβασης franchise επιφέρει μια σειρά αποτελεσμάτων για το Δικαιοδόχο, ανεξαρτήτως μάλιστα τις περισσότερες φορές του λόγου διακοπής της συνεργασίας. Συγκεκριμένα:

- Με τη λήξη/λύση της σύμβασης, ο Δικαιοδόχος οφείλει να παύσει τη χρήση των σημάτων και των διακριτικών γνωρισμάτων του Συστήματος του Δικαιοπαρόχου και, ειδικότερα, να παύσει τη χρήση της πινακίδας της επιχείρησής του, των διαφημιστικών εντύπων και άλλων εγγράφων με το σήμα του Δικαιοπαρόχου, του αριθμού τηλεφωνικής σύνδεσης της επιχείρησης του Δικαιοδόχου (εάν αυτή συνδέεται με το Σύστημα και/ή υπάρχει σχετική ρήτρα στη σύμβαση), των αποδείξεων ταμειακής του μηχανής και γενικότερα να παύσει και παραλείπει  να κάνει χρήση του σήματος του Δικαιοπαρόχου οπουδήποτε.

Ανάλογα με τα οριζόμενα στην εκάστοτε σύμβαση, ο Δικαιοδόχος οφείλει, είτε να καταστρέψει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα με το σήμα του Δικαιοπαρόχου, είτε να τα επιστρέψει στο Δικαιοπάροχο με δικά του (του Δικαιοδόχου) έξοδα. Στις περισσότερες μάλιστα συμβάσεις προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία για την απόδοση των εν λόγω διακριτικών γνωρισμάτων στο Δικαιοπάροχο. Σε περίπτωση, εξάλλου, καθυστέρησης παύσης χρήσης και επιστροφής των διακριτικών γνωρισμάτων από το Δικαιοδόχο στο Δικαιοπάροχο, ο τελευταίος δικαιούται να προσφύγει στη Δικαιοσύνη (συνηθέστερα με ασφαλιστικά μέτρα) ζητώντας τη διακοπή χρήσης των διακριτικών του γνωρισμάτων και, την απόδοση αυτών στον ίδιο. Συχνά μάλιστα  συμφωνείται και συγκεκριμένη ποινική ρήτρα (για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης) υπέρ του Δικαιοπαρόχου, για την περίπτωση που ο Δικαιοδόχος καθυστερεί να παύσει και αποδώσει στο Δικαιοπάροχο τα εν λόγω διακριτικά γνωρίσματα.

Περαιτέρω, ο Δικαιοπάροχος δικαιούται να στραφεί κατά του Δικαιοδόχου και με βάση τις διαδικασίες και διατάξεις για την προστασία του σήματός του το οποίο τυχόν αντιποιείται ο Δικαιοδόχος ενώ μπορεί να εγείρει και σχετική αξίωση για αποζημίωση.

 

- Ο Δικαιοδόχος οφείλει επίσης να μεταβάλει τη διαρρύθμιση και διακόσμηση του καταστήματός του προκειμένου αυτό να μην παραπέμπει σε κατάστημα του Δικτύου (σε περίπτωση βέβαια που μπορεί να γίνει λόγος για ομοιόμορφη και προσδιορίσιμη εικόνα εκάστου καταστήματος του Δικτύου) του Δικαιοπαρόχου και να δημιουργεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Δικαιοπάροχος δικαιούται να στραφεί κατά του Δικαιοδόχου με βάση τις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα και την ταυτότητα του Δικτύου του.  

 

Εξάλλου, ο Δικαιοδόχος υποχρεούται να παραλείπει να εμφανίζεται ή να παρουσιάζεται ως Δικαιοδόχος ή ακόμη και πρώην δικαιοδόχος του Συστήματος του Δικαιοπαρόχου.

 

- Επίσης, ο Δικαιοδόχος υποχρεούται να παύσει αμέσως να χρησιμοποιεί και να παραλείπει να χρησιμοποιεί και στο μέλλον την τεχνογνωσία που του μεταφέρθηκε από το Δικαιοπάροχο κατά τη διάρκεια της σύμβασης franchise. Προς το σκοπό αυτό, μάλιστα, ο Δικαιοδόχος υποχρεούται να επιστρέψει με τη διακοπή της σύμβασης το Εγχειρίδιο Λειτουργίας (Operations Manual) που του παρεδόθη από το Δικαιοπάροχο με την υπογραφή της σύμβασης και στο οποίο αποτυπώνεται η τεχνογνωσία του Συστήματος, και να μην διατηρεί αντίγραφα αυτού. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Δικαιοδόχος δεσμεύεται να μην αποκαλύψει σε τρίτους την τεχνογνωσία η οποία του είχε αποκαλυφθεί στα πλαίσια της λειτουργίας της επιχείρησής του franchise.

 

- Με τη διακοπή της σύμβασης franchise για οποιαδήποτε αιτία ο Δικαιοδόχος τις περισσότερες φορές διατηρεί στην επιχείρησή του αδιάθετο εμπόρευμα του Συστήματος του οποίου μάλιστα ο ίδιος είναι κύριος. Είναι γεγονός ότι η τύχη των αδιάθετων εμπορευμάτων του Δικαιοδόχου με τη λύση της σύμβασης εξαρτάται από  τις εκάστοτε συμβατικές προβλέψεις. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης λόγω υπαιτιότητας του Δικαιοπαρόχου, τα Δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν το Δικαιοπάροχο να αγοράσει τα αδιάθετα εμπορεύματα του Δικαιοδόχου στην αγοραία αξία τους. Σκόπιμη θεωρείται ωστόσο η ύπαρξη σχετικής πρόβλεψης μέσα στη σύμβαση franchise αναφορικά με την τύχη των αδιάθετων εμπορευμάτων έτσι ώστε να μην επιβαρυνθεί ο Δικαιοδόχος με περιττά έξοδα προκειμένου να διεκδικήσει δικαστικά την διευθέτηση του ζητήματος των εναπομεινάντων εμπορευμάτων .

Σε περίπτωση εξάλλου μη ανάληψης των αδιάθετων εμπορευμάτων του Δικαιοδόχου από το Δικαιοπάροχο, ο τελευταίος δύναται να εξουσιοδοτήσει το Δικαιοδόχο να εκποιήσει το εν λόγω αδιάθετο εμπόρευμά του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος (το οποίο δύναται να προβλέπεται στη σύμβαση).

Εάν ο Δικαιοπάροχος αποδέχεται και/ή αποφασίζει την ανάληψη των αδιάθετων προϊόντων του Δικαιοδόχου-συνήθως με βάση συμφωνηθείσα σχετική ρήτρα- σκόπιμη θεωρείται η αναφορά στη σύμβαση του τιμήματος εξαγοράς αυτών. Συνήθως το τίμημα αυτό αντιστοιχεί στο τίμημα που καταβλήθηκε από το Δικαιοδόχο για την κτήση τους, το οποίο δύναται να μειωθεί ακόμη περισσότερο, λαμβανομένης υπόψη της εμπορικής απαξίωσης των προϊόντων λόγω παλαιότητας αυτών αλλά και των εξόδων για την ανάληψή τους.

 

- Δεδομένου ότι ο Δικαιοδόχος είναι ένας ανεξάρτητος έμπορος που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του και έχει δημιουργήσει τη δική του πελατεία, γίνεται κατ’ αρχήν σήμερα δεκτό ότι δεν δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας από το Δικαιοπάροχο, ανάλογη αυτής που προβλέπεται για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. Βέβαια, τελευταία έχει διατυπωθεί από μέρος της θεωρίας και η αντίθετη άποψη ότι δηλαδή ο Δικαιοδόχος –εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου-δικαιούται να αξιώσει την καταβολή της από το Δικαιοπάροχο. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα από τα δικαστήρια. Βεβαίως, ο Δικαιοδόχος, εφόσον η σύμβαση έχει λυθεί με υπαιτιότητα του Δικαιοπαρόχου, μπορεί να στραφεί εναντίον του δικαστικά και να επιδιώξει να αποζημιωθεί για τυχόν ζημία του από την υπαίτια συμπεριφορά του Δικαιοπαρόχου.

 

- Τέλος, σημαντική συνέπεια λύσης, προβλεφθείσα  τις περισσότερες φορές από τη σύμβαση franchise, η οποία βρίσκει έρεισμα και στον Κοινοτικό Κανονισμό, είναι η απαγόρευση άσκησης από το Δικαιοδόχο, μετασυμβατικά, παρεμφερούς δραστηριότητας με αυτή του Δικαιοπαρόχου, για ένα έτος από τη λύση της σύμβασης, από το ίδιο ακίνητο από όπου ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα κατά τη διάρκεια αυτής. Πρόκειται για συνέπεια με ιδιάζουσα βαρύτητα για το Δικαιοδόχο καθόσον, εφόσον επικυρωθεί με δικαστική απόφαση, τον υποχρεώνει στην ουσία σε πλήρη αλλαγή ή μετεγκατάσταση της επιχείρησής του, γεγονός που όπως είναι αναμενόμενο συνεπάγεται επιπλέον δαπάνες για το Δικαιοδόχο.

Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανωτέρω όρος δεν γίνεται ούτε πάντα ούτε εύκολα δεκτός από τα ελληνικά δικαστήρια καθώς σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προσκομίζονται συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και να προβάλλονται συγκεκριμένοι λόγοι που επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας απαγόρευσης χωρίς να βλάπτεται υπέρμετρα ο Δικαιοδόχος.

Δυσχερέστερη είναι για το Δικαιοδόχο η περίπτωση που υπομισθώνει το ακίνητο όπου ασκούσε την επιχειρηματική του δραστηριότητα από το Δικαιοπάροχο, καθώς τότε η επέλευση της λύσης της σύμβασης franchise, έχει ως αποτέλεσμα και τη λύση της υπομίσθωσης- η οποία συνήθως έχει συναφθεί προς χρήση του ακινήτου για τη λειτουργία επιχείρησης του συγκεκριμένου Συστήματος franchise- οπότε  ο Δικαιοδόχος είναι υποχρεωμένος σε άμεση αποχώρηση από το μίσθιο.

*****

Συμπερασματικά, όπως γίνεται αντιληπτό από τα ανωτέρω, όσο πιο ενήμερα είναι τα συμβαλλόμενα μέρη (και ιδιαίτερα ο Δικαιοδόχος) για την μετά –σύμβαση περίοδο τόσο πιο εύκολα και πιο σωστά μπορούν να προετοιμαστούν για το επόμενο στάδιο της λύσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση, μια δίκαιη και εμπεριστατωμένη σύμβαση θα συμβάλλει καθοριστικά στην ομαλότερη λύση και ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των μερών.         

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ, YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

NEED HELP? (x)