PF china May 2015H china town των Αθηνών ανάγεται σε υπερχονδρέμπορο μόδας

Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, τα κινεζικά μαγαζιά ξεκίνησαν να κατακλύζουν την αγορά, κυρίως στο χώρο της ένδυσης – υπόδησης, στο Γκάζι, στον Κεραμικό, στου Ψυρρή και στο Μεταξουργείο. Σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Αθήνα άργησε να αποκτήσει τη δική της «china town». Το 2005 ήταν ορόσημο για την κινέζικη κοινότητα, καθώς απέκτησε τη βάση της στο «Μέγαρο Μυλλέρου» επί της Αγησιλάου, που αποτελεί πια τον πλέον οργανωμένο επιχειρηματικό πυρήνα των κινέζων μεταναστών. Ωστόσο, η αθηναϊκή china town δέχεται επίθεση στην έδρα της από ελληνικά καταστήματα, που διαθέτουν μόνο χονδρική προϊόντα ένδυσης, ελληνικά και οικονομικά.

Είναι πλέον ευρέως γνωστό ότι τα ρούχα και υποδήματα που συναντά κάποιος στο Μεταξουργείο θα τα βρει να πωλούνται σε μαγαζιά επί της Αιόλου, αλλά και σε άλλες περιοχές εντός και εκτός Αθηνών, είτε αυτά είναι ελληνικά, είτε δήθεν ελληνικά, είτε κινέζικα. Οπότε, ο «έξυπνος» ιδιοκτήτης μιας μπουτίκ σε κάποιο νησιώτικο προορισμό της χώρας, είτε σε εμπορικό δρόμο των βορείων προαστίων, θα φροντίσει να επιλέξει μια γκάμα προϊόντων από την εν λόγω πιάτσα και θα τα μοσχοπουλήσει στους ανυποψίαστους καταναλωτές τουλάχιστον πέντε φορές πιο πάνω.

Όσα made in Greece προϊόντα κι αν υπάρχουν στη Κουμουνδούρου, ακόμη το πάνω χέρι το έχουν οι Κινέζοι και κυριαρχούν στο μισό τμήμα της Μυλλέρου και την παράλληλο που οδηγεί στην Κουμουνδούρου μέχρι την Ευρυπίδου.

Τώρα, το ζήτημα που δημιουργείται και η σχέση μεταξύ της china town και του franchise αφορά στο γεγονός ότι αρκετές αλυσίδες, ιδιαίτερα οι μικρές, διαθέτουν μια γκάμα προϊόντων που ως επί των πλείστων βασίζεται στα κινέζικα, τα λεγόμενα «εμπορίου» είδη και μπορεί κανείς σαν καταναλωτής να τα βρει τόσο στα καταστήματα της επώνυμης (!) αλυσίδας, όσο και σε ανά τη χώρα μπουτίκ, και φυσικά στη πηγή τους. Οι μεγάλες αλυσίδες, από την άλλη, διαθέτοντας τη δύναμη της ποσότητας, έχουν τη δική τους παραγωγή, δηλαδή επιλέγουν ή και δίνουν τα δικά τους σχέδια σε κινέζους παραγωγούς και πραγματοποιούν τις δικές τους αποκλειστικές εισαγωγές.

Το πρόβλημα εστιάζεται σε μικρές αλυσίδες, ή καλύτερα σε ερασιτεχνικές προσπάθειες, δημιουργίας δικτύων franchise, όπως σε δίκτυο παιδικών υποδημάτων που γνώρισε ανάπτυξη το προηγούμενο έτος, μέχρι να γίνει από τους δικαιοδόχους του αντιληπτή η πηγή των προϊόντων του, όπου και πλέον ακολουθεί ξέφρενη πορεία διάλυσης.

Επίσης, το πρόβλημα έρχεται έντονο προς τις αυτόνομες μπουτίκ που στην προσπάθεια αντιμετώπισης των μειωμένων εσόδων σκέφτηκαν να αυξήσουν τα μεικτά περιθώριά τους, μέσω υποτιθέμενων έξυπνων δειγματισμών από τη Κουμουνδούρου.

Το όλο θέμα, αφενός ενδυναμώνει τις μεγάλες αλυσίδες που έχουν την ικανότητα για είδη «παραγωγής», και αποδυναμώνει κάθε μεμονωμένο κατάστημα, όπως και κάθε μικρό δίκτυο που βασίζεται σε «δανεικά» προϊόντα και σχέδια.

Σε κάθε περίπτωση, συστήνουμε τους νέους επιχειρηματίες να είναι επιφυλακτική και να ερευνήσουν πριν από κάθε απόφασή τους, τόσο τις υποδομές, όσο και την ιστορία – όνομα των επιχειρηματιών – δικαιοπαρόχων, με τους οποίους σκέφτονται να συνεργασθούν.